Μικρασιατικές Σελίδες: Ο ελληνικός τύπος της Σμύρνης / Πληροφορίες για την «Αμάλθεια», την γηραιοτέραν των εν Ανατολή εφημερίδων

Από αρθρογραφία του ποιητή Μιχαήλ Αργυρόπουλου σε πρωινή εφημερίδα των Αθηνών, αρθρογραφία η οποία αναφέρεται στον ελληνικό τύπο της Σμύρνης, άντλησα όσα σήμερα καταχωρώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», τα οποία αφορούν την «Αμάλθεια», την «γηραιοτέραν των εν Ανατολή εφημερίδων», κατά την παλαιάν στερεότυπον επικεφαλίδα της.

Προσθέτω ότι τις πληροφορίες για την «Αμάλθεια» ο Μιχαήλ Αργυρόπουλος τις περιλαμβάνει στην αρθρογραφία του αναδημοσιεύοντας αυτές από μια βιογραφία του Ιάκωβου Σαμιωτάκη, δημοσιευμένη στο φύλλο της 7ης Αυγούστου 1883 της «Αμάλθειας».

Ας δούμε λοιπόν τι γράφει σχετικά:

amaltheia

«Μετά τινας αποπείρας προς σύστασιν ελληνικής εφημερίδος εν Σμύρνη εξεδόθη μεταξύ των πρώτων η «Αμάλθεια» κατά το 1838 υπό του μακαρίτου Κ. Ραδέ, διευθυντού ιδιωτικού σχολείου, εις ημίφυλλον, τετυπωμένον εκ του ενός μόνον μέρους δια λεπτοτάτων τυπογραφικών χαρακτήρων και εκδιδόμενον άπαξ μόνον της εβδομάδος. Η εν αυτώ ύλη συνίστατο κυρίως εξ ειδήσεων εκ των ευρωπαϊκών εφημερίδων, ας εκ της θέσεώς της η Σμύρνη και της μη υπαρχούσης μεγάλης τότε συγκοινωνίας δια θαλάσσης μεταξύ Ευρώπης και Κωνσταντινουπόλεως, ηδύνατο να μεταδίδη ταχύτερον εις άπασαν την Ανατολήν και την πρωτεύουσαν, εις ην ουδεμία ελληνική εφημερίς υφίστατο.

Τρία έτη διετήρησεν ο μακαρίτης Ραδές την ιδιοκτησίαν και την σύνταξιν της εφημερίδος και ακολούθως παρεχώρησεν αυτήν εις τον Περάκην Βενάρδον, αντιπρόσωπον των εν Σμύρνη Ιωνίων, αδελφόν δε του γηραιού ιατρού Χαρ. Βενάρδου, και τον Γεράσιμον Χ. Νικολάου Λαμπρύλλον, έμπορον και αδελφόν του προ τινος αποθανόντος εν Αθήναις λογίου Κυριάκου Λαμπρύλλου. Μη δυνάμενοι όμως ούτοι ένεκα των άλλων αυτών εργασιών να συντάσσωσι και την εφημερίδαν ανέθεσαν την σύνταξιν αυτής εις τον Π. Βιττορίδην, τον κυρίως συντάκτην της «Αμαλθείας» μέχρι του 1841.

Υπό την διεύθυνσιν ταύτην την ευρήκεν ο Ιάκωβος Σαμιωτάκης και η προηγηθείσα περί της παιδείας αυτού φήμη τω ήνοιξε τας στήλας της «Αμαλθείας», εκδιδομένης τότε εις ολόκληρον φύλλον και μεγαλείτερον σχήμα. Την εποχήν εκείνην συνειργάζοντο εν τη «Αμαλθεία» – εις το φιλολογικόν ιδίως αυτής μέρος – οι λόγιοι της εποχής νέοι και ποιηταί Ν. Σαλτέλης και Ιω. Ισιδ. Σκυλίτσης. Μετ’ ολίγον χρόνον, ένεκα διαφωνιών μεταξύ του Περάκη Βενάρδου, του υπευθύνου Γερασίμου Χ. Νικολάου και του Π. Βιττορίδου, αποχωρήσαντος του τρίτου, η διεύθυνσις και η σύνταξις της «Αμαλθείας» δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας ανετέθη τω Ιακώβω Σαμιωτάκη.

Είκοσι και τριών ετών μόλις ήτο ο Σαμιωτάκης ότε ανέλαβε μόνος υπ’ ευθύνην του την έκδοσιν της «Αμαλθείας». Νέος, πλήρης αισθημάτων και γνώσεων, ηθέλησεν να δώση νέαν ώθησιν εις την δημοσιογραφίαν. Εφαντάζετο αυτήν μεγάλην και υψηλήν, μη κατατριβομένην εις τας μικράς λογομαχίας, ας συνήπτον τότε τα εκάστοτε εκδιδόμενα εφημέρως εφημεριδάρια. Η «Αμάλθεια» υπό τον νεαρόν, αλλά στιβαρόν αυτού βραχίονα, ηδυνήθη να υπερβή τους σκοπέλους του κομματισμού, να σχηματίση περί αυτήν ισχυράν μερίδα και ν’ ανυψωθή αρκετά ώστε να καταβάλη απάσας τας άλλας αποπείρας προς ίδρυσιν εφημερίδος και ανταγωνισμόν κατά της «Αμαλθείας». Πολύτιμον συνεργάτην είχε μέχρι του 1849 τον γλυκύν Ι. Σκυλίτσην, γράφοντα τα τερπνά «φυλλάδια» της «Αμαλθείας», ως ο ίδιος είχε μεταφράσει τότε το γαλλικόν «feuilleton».

Σαράντα χρόνια αργότερα [1882] η «Αμάλθεια» ηγοράζετο παρά των κ.. Σωκρ. Σολωμονίδη και Γεωργ. Κ. Υπερίδη αντί 150 χρυσών λιρών με το μικρόν τυπογραφείον της και ένα χειροκίνητον της εποχής εκείνης πιεστήριον. Μεταξύ των 20 πλειοδοτών που παρουσιάσθησαν τότε, ο μακαρίτης Σαμιωτάκης επροτίμησε τους δύο φιλοτίμους και μελετηρούς νέους, εις τους οποίους παρέδωσε και όλην την τακτικήν σειράν της «Αμαλθείας» από του αριθμού 82 με πατρικήν σύστασιν διαφυλάξεώς της.

Εδώ χρειάζεται μια απαραίτητος εξήγησις: Η ελληνική εφημεριδογραφία εν Σμύρνη – ας προσθέσω δικαιολογημένα και την Κωνσταντινούπολιν και όπου αλλού της (οθωμανικής) αυτοκρατορίας – δεν ήτο μόνον επάγγελμα. Ήτο προ παντός μία αφορμή, ένα μέσον ανατάσεως προς ένα ιδανικόν. Δύσκολον έργον εις τας διαφόρους εκδηλώσεις του, που περιελάμβανεν όλα και ό,τι ήτο χρήσιμον και συντρεκτικόν εις την σύνθεσίν του, την θρησκείαν, την παιδείαν, την πατριδολατρείαν, δια την γλώσσαν, παράδοσιν, την εθνικήν συνείδησιν, τους οικογενειακούς δεσμούς, την κοινοτικήν συνοχήν, την κοινωνικήν εμφάνισιν, την φιλανθρωπικήν δράσιν, το οικονομικό κύρος, με την βαθμιαίαν εκπολιτιστικήν διείσδυσιν εις την Χώραν.

Δεν θ’ αναφέρω εδώ κείμενα πεζά ή ποιητικά, που δεν επιτρέπουν οι καιροί. Αλλά θα έπρεπε να συγκρατηθή, με τον ανώδυνον τόνον του, το σοβαρολόγημα αυτό που εδημοσιεύθη εις ένα από τα φιλολογικά φύλλα της «Αμαλθείας» [20 Ιανουαρίου 1889]. Ανευρίσκω εκεί ένα κατάλογον αρχαίων ελληνικών και νεωτέρων ονομάτων, με τα οποία ο γράφων ζητεί από την Δημαρχίαν της Σμύρνης απλούστατα ν’ αντικατασταθούν όλαι αι ξενόγλωσσαι και κακόηχοι ονομασίαι των δρόμων της Σμύρνης, δια να κατορθώση «τέλος πάντων» ν’ ανεύρη την αρχαίαν αίγλην της».

Μένει τώρα να σημειώσω πως το συγκεκριμένο άρθρο του Μιχαήλ Αργυρόπουλου, απ’ όπου άντλησα όσα παραπάνω καταχώρησα εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», έχει δημοσιευθή στην πρωινή εφημερίδα των Αθηνών «Ελεύθερον Βήμα» στις 23 Αυγούστου 1939.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση