Η περίοδος 28 Οκτωβρίου 1940 έως 27 Απριλίου 1941 στη Νέα Φιλαδέλφεια .7

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Έγνοια όλων,και των κατοίκων της Νέας Φιλαδέλφειας φυσικά, το τι συμβαίνει στο Μέτωπο, μια έγνοια που μετατρέπεται σε φροντίδες, σε μικρές έστω προσφορές προς τους φαντάρους που μάχονται θαρραλέα τον εχθρό ή και μεγαλύτερες1, που μετατρέπονται σε εφόδια, σε πυρομαχικά, σε τρόφιμα για τα αμυνθέντα επιτυχώς και προελαύνοντα ήδη μέσα στο έδαφος της κατακτηθείσας, πριν από την επίθεση στην Ελλάδα, από τη φασιστική Ιταλία Αλβανίας.

Οι γυναίκες ιδιαίτερα έκαναν ό,τι μπορούσαν για τους φαντάρους. Οι γυναίκες των πόλεων, και βεβαίως και της Νέας Φιλαδέλφειας, έπλεκαν μάλλινα για τους φαντάρους, τους έγραφαν γράμματα. Δεν είναι νομίζω χωρίς σημασία να σημειώσω στο σημείο αυτό πως και η Μαρία Σβώλου του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και σύζυγος του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών Αλέξανδρου Σβώλου και η εκ Κωνσταντινουπόλεως προερχόμενη δασκάλα Καίτη Ζεύγου που συμπορεύτηκε με τον Γιάννη Ζέβγο στο επαναστατικό κίνημα και ήταν στενή φίλη της Φιλαδελφειώτισσας δασκάλας Κατίνας Μαμέλη από τη Σιγή της Προύσσας, το έπραξαν αυτό για τον πατέρα μου Παντελή Παντελόγλου που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή του Μετώπου, και φυσικά το έπραξαν αυτό και οι γυναίκες της οικογένειάς του, και γυναίκες του ευρύτερου συγγενικού αλλά και φιλικού κύκλου. Η Μαρία Σβώλου είχε γνωρίσει τον πατέρα μου καταρχάς ως μαθητή της Παπαστρατείου Σχολής Παιχνιδιών και Διακοσμητικής που η επίμονη δραστηριότητά της είχε δημιουργήσει, και μάλιστα ως βραβευμένο μαθητή. Η Καίτη Ζεύγου είχε γνωρίσει τον πατέρα μου ως συμμετέχοντα στην αγωνιστική κίνηση των προχωρημένων κοινωνικοπολιτικά δυνάμεων τον καιρό του Μεσοπολέμου.

Γυναίκες πάντως της υπαίθρου ήταν εκείνες που άνοιξαν δρόμους στην Πίνδο και ζαλώθηκαν εφόδια και πολεμοφόδια και τα μετέφεραν, όπως και τα επιστρατευθέντα άλογα και τα ταπεινά και υπομονετικά γαϊδουράκια στα προελαύνοντα ελληνικά στρατεύματα.

Γυναίκες των πόλεων, μαζί και της Νέας Φιλαδέλφειας, έσπευσαν να στελεχώσουν ως Νοσοκόμες τα δημιουργούμενα εν τω μεταξύ Στρατιωτικά Νοσοκομείο.

«Στρατιωτικά Νοσοκομεία έγιναν τότε», γράφει ο Γιάννης Καιροφύλλας στο βιβλίο του Η Αθήνα του ’40 και της Κατοχής (Εκδόσεις Φιλιππότη 1989, σελ. 21), «το Ιπποκράτειο (και) το Λαϊκό … Επίσης σε Στρατιωτικά Νοσοκομεία μετατράπηκαν τμήματα του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός, Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Νέας Ιωνίας, … Κοκκινιάς και των Παίδων».

Στο ίδιο βιβλίο, στη σελίδα 31, ο Γιάννης Καιροφύλλας έχει σημειώσει: «Στις 18 Νοεμβρίου 1940 η Αθήνα υποδέχεται τους πρώτους τραυματίες του Αλβανικού μετώπου. Είναι μια μέρα με πολλή συγκίνηση, πολλά λουλούδια και πολλά δάκρυα. Στους δρόμους συγκεντρώνεται ο κόσμος για να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του. Η διέλευση των (νοσοκομειακών) αυτοκινήτων που τους μεταφέρουν γίνεται δια των οδών Δηλιγιάννη, Αγίου Κωνσταντίνου, πλατεία Ομονοίας, Σταδίου και Βασιλίσσης Σοφίας. … τους πηγαίνουν στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού στους Αμπελοκήπους και στο Αρσάκειο του Ψυχικού, που έχει μετατραπεί σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Ο κόσμος τούς ακολουθεί και τους προσφέρει μαζί με την αγάπη του και πολλά δώρα. Τσιγάρα, σοκολάτες, μπισκότα γεμίζουν τα κρεβάτια των ηρώων. Και συγκινήσεις πολλές. Αγκαλιές και φιλιά. Από συγγενείς, γνωστούς και αγνώστους. …».

Οι κάτοικοι της Νέας Φιλαδέλφειας δεν ολιγώρησαν εν σχέσει με τους άλλους κατοίκους της Πρωτεύουσας, ένας λόγος παραπάνω που είχαν και αυτοί δικούς τους στο Μέτωπο, και αναπόφευκτα και νεκρούς και τραυματίες.

Στις 19 Νοεμβρίου 1940, την επομένη της ελεύσεως των πρώτων τραυματιών στην Αθήνα, στέκονταν κι αυτοί με προσοχή και τον οφειλόμενο σεβασμό μπροστά στην πρωτοσέλιδη φωτογραφία της εφημερίδας Έθνος που εικόνιζε την πομπή των νοσοκομειακών αυτοκινήτων, το ένα μετά το άλλο, εν μέσω πυκνού πλήθους που καταλάμβανε όχι μόνο τα πεζοδρόμια ένθεν και ένθεν της οδού Σταδίου, αλλά και μεγάλο μέρος του καταστρώματός της, ενώ στο φύλλο του Σαββάτου 23 Νοεμβρίου 1940 της εφημερίδας Ακρόπολις, διάβαζαν με ζωηρό ενδιαφέρον αφηγήσεις τραυματιών σε τρίστηλο δημοσίευμα υπό τη ρουμπρίκα «Κοντά στους ήρωας που νοσηλεύονται».

 

(ακολουθεί συνέχεια)

Κώστας Π. Παντελόγλου

  1. Επί παραδείγματι, οι αναγνώστες της εφημερίδας Έθνος, που είχε όχι λίγους πιστούς ανάμεσα στους κατοίκους του Μικρασιατοπροσφυγικού Συνοικισμού της Νέας Φιλαδέλφειας, διάβασαν στο φύλλο της 19ης Νοεμβρίου 1940, σελ 3 και υπό τη ρουμπρίκα «Οι εφοπλισταί υπέρ του εθνικού αγώνος», τα ακόλουθα: «Απαντώντες εις την έκκλησιν των εφοπλιστικών οργανώσεων προσέφερον: Οι υιοί Επαμ. Εμπειρίκου, κάτοχοι 3 πλοίων, δρχ. 2.650.000 – Η Ατμοπλοΐα «Ατλαντικός», κάτοχος 4 πλοίων, δια του Διευθυντού της κ. Μηνά Εμμ. Διακάκη δρχ. 2.650.000 – Η Ατμοπλοΐα «Κάσσου», κάτοχος 5 πλοίων δια του Γενικού Διευθυντού της κ. Μιχαήλ Ιωάν. Πνευματικού δρχ. 2.650.000 – Κληρονόμοι Νικολάου Γ. Κυριακίδη πλοιοκτήται ενός πλοίου και άλλου απωλεσθέντος 1.060.000 – Οι υιοί Δημοσθένους Πανταλέοντος, εφοπλισταί ενός πλοίου δρχ. 530.000 – η Ατμοπλοϊκή Εταιρεία «Σείριος» διά του Διευθυντού αυτής κ. Κ.Ι. Φράγκου, κάτοχος ενός πλοίου δρχ. 530.000 – Ο νομικός σύμβουλος της Ενώσεως Εφοπλιστών κ. Γεώργιος Δ. Δανιόλος, δρχ. 50.000 – Οι Αδελφοί Μαζαράκη, κάτοχοι 2 πλοίων, δρχ. 2.650.000 – Ο κ. Απόστολος Πεζάς, κάτοχος ενός πλοίου, δρχ. 530.000 – Οι κ.κ. Ιωάννης Γκούμας και Υιοί, κάτοχοι ενός πλοίου, δρχ. 530.000 – Οι κ.κ. Μιχαήλ, Σταύρος και Νικόλαος Λιβανός, διά 10 πλοία, δρχ. 5.300.000 – Η εταιρεία «Τρανσπετρόλ», κάτοχος 2 πλοίων, δρχ. 1.200.000 – Οι κ.κ. Βλασόπουλος, Καραβίας και Σία, κάτοχοι 2 πλοίων 1.060.000 – Η Ατμοπλοϊκή Εταιρεία «Άνδρος», κάτοχος ενός μικρού πλοίου, δρχ. 318.000 – Ο κ. Ηλίας Χατζηηλίας δι’ εαυτόν και την Εταιρείαν «Νηρεύς», διά 5 πλοία, δρχ. 2.650.000 – Ο Αναστάσιος Διον. Καλλίνικος και Σία, δι’ έν απωλεσθέν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Θεόδωρος Τεργιάζος, διά 3 πλοία, δρχ. 1.590.000 – Ο κ. Μιχαήλ Καρράς, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Νικόλαος Ευσταθίου, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Αριστείδης Ξυλάς, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Εμμανουήλ Μάρκου, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Χαράλαμπος Πατέρας, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Ισίδωρος Καρίβαλης, δι’ έν απωλεσθέν πλοίον, δρχ. 530.000 – Οι κ.κ. Κουμπής και Ξενιός, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Θεόδωρος Παπαδημητρίου, δι’ έν πλοίον δρχ. 530.000 – Οι κ.κ. Χατζηπατέρας και Υιοί, δι’ έν πλοίον, δρχ. 795.000 – Οι κ.κ. Κ. Χατζηπατέρας και Κ. Μίχαλος δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Οι Αδελφοί Γουλανδρή, Αικατερίνη Γουλανδρή και Χρυσή Γουλανδρή, δια 11 πλοία, δρχ. 6.100.000 – Οι Αδελφοί Πατέρα, δια 2 πλοία, δρχ. 1.166.000 –  Ο κ. Π.Σ. Αντύπας, δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Δημήτριος Κυδωνιεύς δι’ έν πλοίον, δρχ. 530.000 – Ο κ. Ιωάννης Ν. Γουλανδρής και συμπλοιοκτήται ενός απωλεσθέντος πλοίου, δρχ. 530.000.

    Προστιθεμένων των ως άνω ποσών εις τας 24.320.000 δραχμάς του προηγουμένου καταλόγου, το σύνολον των μέχρι τούδε εισφορών των εφοπλιστών ανέρχεται εις 65.749.000 δραχμάς.

1 Comment

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.