Μια φωτιά στον προσφυγικό συνοικισμό

Ν. Τρυπιά 76 και Ταταούλων

Το βράδυ της 17ης Αυγούστου 2018 ένα εν μέρει εγκαταλελειμμένο προσφυγικό της Ν. Φιλαδέλφειας έπεσε θύμα πυρκαγιάς. Η φωτιά δεν ήταν παρά το τελευταίο χτύπημα σ’ ένα απ’ τα κτίσματα που αποτέλεσαν πριν 90 χρόνια την αρχή της πόλης μας. Επρόκειτο για μια τετρακατοικία εγκαταλελειμμένη από τους μισούς ιδιοκτήτες της εδώ και δεκαετίες, τουλάχιστον απ’ το 1985, αν δε μας απατά η μνήμη μας.

Δεν ήταν η μόνη: Ανάλογα κτίσματα υπάρχουν πολλά, και ήταν περισσότερα πριν το σεισμό του 1999. Η απουσία συντήρησης, δηλαδή η αδιαφορία των ιδιοκτητών, μαζί με τη θεσμική αδιαφορία για τη διατήρηση του προσφυγικού συνοικισμού της Νέας Φιλαδέλφειας, αυτής της ευτυχούς στιγμής της πολεοδομίας στην Ελλάδα, οδηγεί αναπόδραστα σε θλιβερές στιγμές όπως η σημερινή ή όπως αυτές που ζήσαμε τον Σεπτέμβριο του 1999.

Γιατί αυτή η αδιαφορία; Γιατί η εχθρική στάση ορισμένων ιδιοκτητών, δήμου και κράτους απέναντι σ’ αυτά τα κτίρια που στέγασαν τις ζόρικες ζωές των παππούδων, των γιαγιάδων, των μανάδων και των πατεράδων μας; Η απάντηση μπορεί να δοθεί με οικονομικούς όρους, αλλά όχι μόνο.

Οι οικονομικοί όροι είναι εύκολα κατανοητοί. Το να ζει κανείς σ’ ένα σπίτι του συνοικισμού έχει προβλήματα. Τα σπίτια δεν είναι σχεδιασμένα με τα “κομφόρ” που θεωρούνται δεδομένα στις μέρες μας· το να εκσυγχρονίσεις τη διαβίωσή σου σύμφωνα με τα εκάστοτε νεότερα πρότυπα κοστίζει. Η ιστορική απαγόρευση της δόμησης σε μεγαλύτερο ύψος απέκλειε για πολλά χρόνια την κατεδάφιση και μετασχηματισμό των κτιρίων. Η πολυκατοικιοποίηση, η οποία φαινόταν “ορθολογική” σε ορισμένους ιδιοκτήτες κατοικιών, και μάλιστα τη διεκδικούσαν, δε συνέβη ποτέ ολοκληρωτικά στον πυρήνα της Νέας Φιλαδέλφειας, τον προσφυγικό συνοικισμό.

Η εγκατάλειψη του προσφυγικού συνοικισμού από ορισμένους αρχικούς κατοίκους του είχε και μια ψυχολογική αιτία. Τα σπίτια του συνοικισμού ταυτίζονταν μέσα τους με μια εποχή φτώχειας και ανέχειας, με την εμπειρία δηλαδή της πρώτης και δεύτερης γενιάς των μικρασιατών προσφύγων. Γι’ αυτό και μια εποχή αρκετοί κάτοικοι, όταν κατάφεραν να βάλουν λίγα χρήματα στην άκρη, εγκατέλειψαν το συνοικισμό για να κατηφορίσουν προς το φαράγγι της Πατησίων με τις νεόκτιστες, τότε, πολυκατοικίες της (αλήθεια, ποιος θέλει σήμερα να κατοικήσει σ’ αυτές;).

Η εγκατάλειψη του προσφυγικού συνοικισμού ισοδυναμούσε γι’ αυτούς με εκσυγχρονισμό: Ήταν μια έξοδος από τη μιζέρια. Ταυτόχρονα, ήταν μια είσοδος: ήταν η ενσωμάτωση στον εμπορευματικό κόσμο της κατανάλωσης και του θεάματος όπου η κατοικία είναι status symbol (αρκεί να δει κανείς το πώς αποτυπώνονται αυτά τα διαμερίσματα στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου), η μετατροπή του κατοίκου σε ένοικο, του ζωτικού χώρου σε πεδίο εργολαβικής κερδοφορίας, της ικανοποίησης της ανάγκης σε καταναλωτική επιλογή. Ήταν εντέλει μια οικειοθελής αιχμαλωσία στον σύγχρονο τρόπο ζωής.

Έφταιγαν τα σπίτια του συνοικισμού για τη φτώχεια και την ανέχεια; Όχι βέβαια – ενώ αν την εποχή της φυγής έριχνε κανείς μια ματιά σε άλλες προσφυγικές περιοχές, όπως η γειτονική Νέα Ιωνία ή η Καισαριανή, θα έβλεπε ότι η ίδια και χειρότερη φτώχεια κι ανέχεια στεγαζόταν σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Όμως οι νοοτροπίες άλλαξαν. Οι ανταλλακτικές αξίες επικράτησαν επάνω στις αξίες χρήσης. Αγνοήθηκε η μη μετρήσιμη σε χρήμα εμπειρία της διαβίωσης μέσα στα διαμπερή σπίτια με τα ψηλοτάβανα δωμάτια και τις αυλές, η εμπειρία να ζεις σ’ ένα “δοχείο ζωής”, που θα έλεγε κι ο Κωνσταντινίδης, όπου η ανθρώπινη κλίμακα της κατοικίας, μέσα στην επίσης ανθρώπινη κλίμακα του πολεοδομικού συνόλου του συνοικισμού συνεισφέρει, αν το επιδιώξουν κι οι άνθρωποι, στη δημιουργία μιας κοινωνικής ταυτότητας και ορισμένων πρακτικών που δεν εγγράφονται στον κύκλο της εμπορευματικής εγχρήματης οικονομίας.

Απέναντι σ’ αυτούς τους ιδιοκτήτες που έριξαν μαύρη πέτρα στην παλιά τους ζωή, βρίσκονται όλοι εκείνοι οι παλαιότεροι, αλλά και νεότεροι κατ’ επιλογήν ιδιοκτήτες και κάτοικοι του προσφυγικού συνοικισμού που σε πείσμα όλων των πιέσεων έμειναν και μένουν εδώ. Μια βόλτα στα στενά μπορεί να δώσει πολλά παραδείγματα ανθρώπων που επιδίωξαν λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά να ανασαίνουν σ’ αυτό το περιβάλλον προσφέροντας σε αυτό – το πόσο το έχει πετύχει ο καθένας εξαρτάται από τις οικονομικές του δυνατότητες και από την έκταση της αντίληψής του. Ωστόσο, ακόμη και η πλέον απλή ή και ναΐφ προσέγγιση χαρακτηρίζεται από υψηλή δημιουργικότητα και πολύ λιγότερα αδιέξοδα απ’ αυτά που αντιμετώπισαν στην πορεία οι οπαδοί του φαραγγιού της Πατησίων.

Στην τετρακατοικία της Ν. Τρυπιά 76 και Ταταούλων συμπυκνώνεται κατά τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτή η αντίθεση που ταλανίζει τον προσφυγικό συνοικισμό από τότε που κατασκευάστηκε, θα ‘λεγε κανείς. Η μισή ανήκει σ’ αυτούς που πριν 25 χρόνια συντήρησαν με το υστέρημά τους ό,τι μπορούσαν από το κτίριο που τότε είχε ηλικία 65 ετών. Η άλλη μισή, σε κάποιους που ζουν στο εξωτερικό κι αναμένουν ίσως τη μετατροπή του ακινήτου τους σε οικόπεδο, με τη βοήθεια του χρόνου ή μιας πυρκαγιάς.

Το θλιβερό της ιστορίας, είναι ότι η μια πλευρά, η ενδιαφερόμενη, εξαρτάται από την άλλη. Δεν υπήρξε ποτέ, κι ούτε προβλέπεται να υπάρξει στο ορατό μέλλον, κάποια σοβαρή θεσμική πρωτοβουλία που θα επέλυε το πρόβλημα προς όφελος των ενδιαφερόμενων και του πολεοδομικού συνόλου του προσφυγικού συνοικισμού – για παράδειγμα, η θέσπιση θετικών ή και αρνητικών κινήτρων για να φύγουν από τη μέση οι μη ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες και για να διευκολυνθούν οι ενδιαφερόμενοι. Έτσι θύμα της διπλής αδιαφορίας ιδιοκτητών και θεσμών γίνεται σήμερα η ιδιοκτήτρια και κάτοικος του μοναδικού κατοικημένου σπιτιού της τετρακατοικίας της Ν. Τρυπιά 76 και Ταταούλων, η οποία έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά βρήκε μπροστά της τοίχο, και σήμερα τα αποκαΐδια. Τι θα γίνει τώρα στη συγκεκριμένη τετρακατοικία; Ασφάλεια πυρός δεν υπήρχε, για να πληρώσει την αποκατάσταση. Το μέλλον της φαντάζει ζοφερό.

Η Νέα Φιλαδέλφεια, αυτό το ανερχόμενο χοτ σποτ της αθηναϊκής νύχτας, φαίνεται να θέλει τα σπίτια του προσφυγικού συνοικισμού μόνο σαν ντεκόρ για την “οικονομική ανάπτυξη” της “πόλης του κεμπάμπ”, όπως χαρακτήρισε πρόσφατα τη Νέα Φιλαδέλφεια ο τοπικός πολιτευτής Νίκος Παπανικολάου. Το βλέπουμε κάθε τόσο στα δημοσιεύματα των εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων “ενημέρωσης” που διαφημίζουν τα κεμπάμπ, τους mixologists και τα κοκτέιλ της Σάρδεων και της Δεκελείας. Όμως πέρα απ’ αυτά, στον προσφυγικό συνοικισμό της Νέας Φιλαδέλφειας υπάρχουν άνθρωποι που κατοικούν και πασχίζουν για κάτι καλύτερο. Θα τους ακούσουμε;

ΥΓ. Ο παραδημοτικός “Πολίτης” έγραψε ότι “εκπρόσωποι του Δήμου που βρέθηκαν στο σημείο ανέλαβαν να κινητοποιήσουν τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να ελεγχθεί το κτίριο και να ασφαλιστεί η περιοχή”. Όπως έχουμε ξαναγράψει με αφορμή μια άλλη πυρκαγιά, είναι υποχρέωση του Δήμου να αντιμετωπίσει το ζήτημα· ο Δήμος έχει ευθύνες, υποχρεώσεις και δυνατότητες σύμφωνα με το νόμο. Ξαναδιαβάστε τις! Ο “Πολίτης” έγραψε και κάτι για τα … “εναπομείναντα προσφυγικά”. Αυτή είναι η άποψή του για τον προσφυγικό συνοικισμό που υποτίθεται πως προστατεύεται από το Προεδρικό Διάταγμα της 11-6-2001 (ΦΕΚ 467/Δ/2001);

π.

2 Comments

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.