Το μεγάλο πάθος και το αίτημα της ζωγραφικής του Θεόφιλου

Θεόφιλος: "Το μάζεμα των ελαιών"
Θεόφιλος: «Το μάζεμα των ελαιών»

Μια έκθεση 81 για την ακρίβεια έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, εδώ και πάνω από 50 χρόνια, έδωσε την αφορμή στον Γ. Πετρή να γράψει σχετικά στην «Επιθεώρηση Τέχνης», και σε μένα σήμερα να καταχωρήσω εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», μερικά απ’ όσα τότε αυτός έγραψε, διότι τα βρίσκω χρήσιμα προς κατατοπισμόν και των σημερινών αναγνωστών – το θέμα είναι ενδιαφέρον και είναι αυτός ο λόγος που θα επανέλθω και με άλλων αναφορές στον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο και το έργο του…

«… το μεγάλο πάθος του Θεόφιλου είναι το χρώμα. … Για μας τους Ρωμιούς το χρώμα αυτό είναι σχεδόν κοινή συνείδηση. Κι η περιπλάνηση της επίσημης ζωγραφικής μας στο Μόναχο, στην Ιταλία ή στην Γαλλία, δεν μπόρεσε καλά-καλά να το εκφυλίσει. Έμεινε η γεύση του γερά ταμπουρωμένη στον αληθινό θεματοφύλακά του, στην αίσθηση του λαού, ίσως γιατί η καταγωγή του είναι πολύ παληά και δεν είναι μόνο εντατικά βιωμένη μα προκύπτει κι από κλιματολογικές συνθήκες.

Ο Θεόφιλος … παίρνει τα ίδια τα λαϊκά χρώματα, τις σκόνες, τ’ ανακατεύει με τρόπο που έβρισκε μοναχός του και κάνει χρώμα έντονο και σταθερό, απλό κι ευκολονόητο και το χρώμα τούτο το βάζει πάνω στον πίνακα με πίστη. Αυτό το χρώμα είναι το μεθύσι του, μεθά ο ίδιος και μεθά μ’ αυτό και την όραση των άλλων. Το χρώμα αυτό το αποκαθιστά κυρίαρχο μέσα στον πίνακα, πατρικό στοιχείο στην ζωγραφική του, χρώμα και σχήμα. Έτσι προσεγγίζει από ένα δικό του δρόμο, σίγουρο κι αυθεντικό, αυτό που η ζωγραφική του Παρισιού με τον Ματίς το παίρνει από ανάλογα με το δικό μας περιβάλλοντα, μια χρωματική αυτονομία. Ο Θεόφιλος έχει γυμνάσει το μάτι του, αυτό δεν το έχει δει πουθενά, δεν το έχει διδαχτεί από κανέναν, να βρίσκει τις σχέσεις των χρωμάτων μα και κάτι άλλο πολύ σημαντικό … Βρήκε πως εκείνο που ξεκαθαρίζει καλύτερα το χρώμα δεν είναι μόνο οι σχέσεις, τα περάσματα του ενός στο άλλο, μα και το σχήμα του ίδιου του χρώματος. Όταν η παλέττα του, οι σκόνες που έχει για χρώμα τον αντιστρατεύονται, ξέρει να κάνει ένα απλό και γερά κλεισμένο σχήμα που ξεκαθαρίζει την όραση, την ξεκουράζει από τις περιπέτειες που δημιουργεί μια πρόσθετη λάμψη στο μάτι. Κι αυτό τόξερε η Ελληνική ζωγραφική τουλάχιστον απ’ τα Ελληνιστικά χρόνια.

Το αίτημα που βάζει ο Θεόφιλος στην ζωγραφική του είναι το αίτημα του απλού ανθρώπου. Αγαπά ό,τι βλέπει γύρω του, αγαπά τον τόπο και τις περιπέτειές του, όπως έχει διαβάσει στις λαϊκές φυλλάδες. Καμμιά υπερβατική, καμμιά μεταφυσική ανησυχία. Είναι αφελής φιλοσοφημένος και ποιητής όσο κι ο λαός. Έχει μια φαντασία που πλάθει περιστατικά προεκτείνοντας τα διαβάσματά του και τις διηγήσεις των άλλων, στις δικές του διηγήσεις. Με δυο λόγια έχει ένα κόσμο δικό του, κόσμο που δεν απομακρύνεται απ’ το επίπεδο του λαού κι αυτόν θέλει να πλάσει με το χρώμα και τα σχήματα. Μαγεμένος ο ίδιος θέλει να μαγέψει και τους άλλους. Τον άνθρωπο τον αγαπά πολύ, προσπαθεί στην αρχή να τον γράψει, κι η καταγωγή της γραφής του είναι παμπάλαια. Ύστερα όμως τον βλέπει μέσα στον χώρο που τον γέννησε, στο τοπίο. Είναι τόσο παληός όσο και τούτο, τόσο λεβέντης, τόσο θρυλικός όσο και το περιβάλλον του. Τότε μπαίνει στον πειρασμό να τους κάνει και τους δυο, να κάνει την ενότητά τους. Και τότε καταφεύγει σε σχήματα και σε χρώματα που σε σαστίζουν. Η αξιοσύνη του δεν είναι όταν κάνει καλή «ζωγραφική» με την τυπική έννοια της λέξης, μα όταν ζυμώνοντας το πάθος του μαζί της την αποκαθιστά στα βασικά της στοιχεία, όταν βρίσκει κείνα τα τολμηρά χρώματα που μόνο στην δική του ζωγραφική μπορούν να σταθούν, και τα δένει σ’ ένα τολμηρό δικό του σύνολο, τόσο καινούργιο και τόσο παληό. Δεν είναι σπουδαγμένος και δεν κάνει τον σπουδαίο. Δεν θυσιάζει την αλήθεια σε καμμιάν αληθοφάνεια, διατηρεί παρθένα την αίσθησή του. Καταλήγει σε τέτοια ζωγραφικά αποτελέσματα γιατί στοχάζεται απλά κι αληθινά».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση