Η περίοδος 27 Απριλίου 1941 έως 12 Οκτωβρίου 1944 στη Νέα Φιλαδέλφεια .26

Καίτη Ζεύγου

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Και η ματιά του Βάρναλη επί των γεγονότων, αποτυπωμένη σε χρονογραφήματά του στην εφημερίδα Η Πρωΐα, που έχει πολυπληθείς αναγνώστες και στη Νέα Φιλαδέλφεια, βοηθά θαρρώ στην πολυπαραγοντική θεώρηση των κατοχικών χρόνων και στέκεται ερμηνευτική συμπεριφορών ενός κόσμου που δεινοπαθεί και στον οποίο ο ίδιος προσπαθεί να συμπαρασταθεί. Στο χρονογράφημά του με τίτλο «Βολέματα»,  «της Κατοχής βολέματα», θα συμπλήρωνα, έχει γράψει: «Όλοι γενήκαμε Ροβινσώνες. Είμαστε ναυαγοί της πολεμικής τρικυμίας. Κι ο καθένας απομονωμένος στο νησί του κοιτάει να ξαναφτιάξει τη ζωή του από την αρχή. Κι όλοι δείχνουνε μια πρωτοφανή δραστηριότητα στον αγώνα του ψωμιού. […] Καθώς σταματήσανε οι περισσότερες δουλειές, οι περισσότεροι Έλληνες [εκτός από τους παραγωγούς] αλλάξανε επάγγελμα. Κι όλοι κάνουν οτιδήποτε για να βγάλουν το ψωμί τους. […] Φυσικά υπάρχουνε και πολλοί σήμερα, που βρήκανε δουλειά την κλεψιά. Αλλ’ αυτοί δεν την βρήκανε τώρα, την είχαν από πριν. Μονάχα που τώρα τους δόθηκε «ευρύ πεδίο δράσεως» χάρις την αφωτισιά των δρόμων. […] Το κυριώτερο εμπόριο της ευκαιρίας είναι οι πάστες και τα γλυκά. Τα Χαυτεία, η Αγορά, οι συνοικίες – όλη η Αθήνα έγινε ένα απέραντο ζαχαροπλαστείο. Παντού ταψιά με γλυκά και πάστες δίχως αλεύρι, δίχως βούτυρο, δίχως ζάχαρη και δίχως αυγά. Ακόμα και οι δρόμοι είναι γεμάτοι ταψιά, που τα περιφέρουν συνήθως παιδάκια: – Τέσσερα τάλληρα οι … κομματάρες! φωνάζει ο μικρός. Τρως μία και χορταίνεις κι όποιος παίρνει ξαναπαίρνει! … Πολλοί όμως από τους ανέργους βρήκανε μια άλλη, βαρύτερη μεν αλλά περισσότερο αποδοτική δουλειά. Πηγαίνουνε στα γύρω δάση και μαζεύουνε κουκουνάρια και φρύγανα, βγάζουν ρίζες από σκίνα· κόβουνε κλαριά – κι αν δεν κόβανε και δέντρα θα ήσαν απόλυτα συμπαθητικοί άνθρωποι. Όλ’ αυτά τα φορτώνουν στα καροτσάκια τους και τα κατεβάζουνε στην Αθήνα, όπου τα μοσχοπουλούνε. Άλλοι βρήκανε πιο απλή την λύση του προβλήματος. Πήρανε μια κάσα, την στήσανε απάνου σε δύο μικρές σιδερένιες ρόδες, γράψανε στο πίσω μέρος ή στα πλάγια της κάσας «ΕΚΤΕΛ. ΜΕΤΑΦΟΡΕ» και μ’ αυτό το … όχημα σταθμεύουν στις πλατείες, στην Αγορά, έξω από τις αποθήκες των Συνεταιρισμών και περιμένουνε αγώγι. Και πληρώνονται πολύ καλά, ανάλογα με το βάρος που θα μεταφέρουν και το μάκρος του δρόμου που θα κάνουν. Κι όπως ένα σωρό άνθρωποι κάνουν ό,τι δουλειά μπορούν, χωρίς τάλαντο, έτσι υπάρχουνε και μερικοί που κάνουνε τον «καλλιτέχνη» χωρίς τάλαντο. […] Φέρνουνε βόλτα τα καφενεία και τις ταβέρνες με μια λύρα δικής τους κατασκευής, με κόρδα και δοξάρι από κλωστές που δεν βγάζουν ήχο. Στέκονται σε μια γωνιά κι ανοίγουν το στόμα […] Κι έτσι ο δίσκος της επαιτείας γεμίζει δίφραγκα εν ονόματι της Τέχνης» (βλ. εφημ. Η Πρωΐα, 18 Ιανουαρίου 1942. Έχει περιληφθεί και στο Κώστας Βάρναλης, Χρονογραφήματα. Φέιγ Βολάν της Κατοχής, επιλογή εισαγωγή επιμέλεια Γιώργος Ζεβελάκης, Εκδόσεις Καστανιώτη 2007, σελ. 133-135 – καθώς και στο Κώστας Βάρναλης, Αττικά. 400 χρονογραφήματα (1939-1958) για την Αθήνα και την Αττική, φιλολογική επιμέλεια κειμένου Νίκος Σαραντάκος, Εκδόσεις Αρχείο 2016, σελ. 169-170. Βλ. και Ο Κόσμος της Ν. Φιλαδέλφειας 3 Ιανουαρίου 2015).

Καιρός όμως να δούμε, και λίγο αναδρομικά, πώς έπαιρνε σάρκα και οστά οργανωτικά η Αντίσταση. Γράφει η Καίτη Ζεύγου στο βιβλίο της Με τον Γιάννη Ζέβγο στο επαναστατικό κίνημα, Εκδόσεις Ωκεανίδα (Τούλα Δρακοπούλου) 1980): «Από την πρώτη μέρα της Κατοχής, ο δικός μας ο κόσμος, και όχι μόνο ο δικός μας, πριν ακόμα δημιουργηθούν Αντιστασιακές Οργανώσεις, αισθανόταν την ανάγκη να παλαίψει, κάτι να κάνει ενάντια στους Γερμανούς. Σχημάτιζαν μικροομάδες από γνωστά, φιλικά πρόσωπα και άλλοι έγραφαν [συνθήματα] στους τοίχους, άλλοι πετούσαν καρφιά στους δρόμους για να τρυπούν τα λάστιχα των Γερμανικών αυτοκινήτων, άλλοι έγραφαν τρικ με το χέρι1 […] ή με πρωτόγονα τεχνικά μέσα και τα πετούσανε στους δρόμους κι ό,τι άλλο περνούσε από το χέρι τους. Πολλούς παλιούς γνωστούς συντρόφους, τους συναντούσα τυχαία στους δρόμους. Βέβαια παράνομοι ήμασταν και μάλιστα διπλά και απέναντι στη δική μας Ασφάλεια και απέναντι στους Γερμανούς, όμως κινούμασταν πιο άνετα παρά στη διχτατορία του Μεταξά. […] Παρ’ όλα αυτά φυλαγόμασταν. Δεν πολυκυκλοφορούσαμε στο κέντρο, δεν περνάγαμε από πολυσύχναστους δρόμους κι όπου συνωστιζόταν πλήθος, αποφεύγαμε τα συγκοινωνιακά μέσα. Από την άλλη μεριά δεν κρυβόμασταν, όπως στην περίοδο της διχτατορίας [του Μεταξά]2. Γι’ αυτό και δεν ήτανε λίγοι οι παλιοί γνωστοί που τρακάραμε στους δρόμους. […] Το πρώτο που θα σου έλεγε ένας σύντροφος που συναντούσες τυχαία ήταν κατά κανόνα: «πες μου τι να κάνω» ή «είμαστε μια ομάδα και θέλουμε σύνδεση». Κι ήταν τόσοι πολλοί αυτοί που ζητούσανε σύνδεση […] Χάρηκα όταν από τις πρώτες μέρες, τυχαία συνάντησα και τον οικοδόμο Χρήστο Τσεσμελή […] παλαιό μέλος του κόμματος, πρόσφυγας, κάτοικος Νέας Ιωνίας από τότε που στήθηκε ο συνοικισμός. Πολύ γνωστός και αγαπητός όχι μόνο στους οικοδόμους της Αθήνας, μα και σ’ όλους τους εργάτες της γειτονιάς του, γιατί πάντα στους αγώνες τους τον έβρισκαν στο πλευρό τους. Χάρηκε κι αυτός που μ’ αντάμωσε. -Μέρες ψάχνω τώρα για κανένα εξόριστο. Έχω μιαν ομάδα γύρω μου. Θέλουμε να συνδεθούμε με τον κορμό της Οργάνωσης. Τις ίδιες μέρες συνάντησα και την Κική την Κανελλέα, παλαιά προμεταξική συντρόφισσα, κόρη συνταγματάρχη από την Καλαμάτα. Αφοσιωμένη, πιστή, ακούραστη με πειστικότητα στην κουβέντα της και μια μεγάλη ευκολία στο γράψιμο […]. Ο Τσεσμελής με την Κική και άλλους συντρόφους έβαλαν τα θεμέλια της κομματικής οργάνωσης της Νέας Ιωνίας στην Κατοχή, της 8ης Αχτίδας, μια από τις πιο μαχητικές και ηρωϊκές της Πρωτεύουσας στον αντιστασιακό αγώνα» (βλ. σελ. 207-210).

Η Καίτη Ζεύγου ήταν από τους εξόριστους που είχαν αποδράσει από την Φολέγανδρο και από τα μέσα Αυγούστου του 1941 μαζί με τον Αντρέα Τζήμα και τον Κώστα Χατζήμαλη είχαν αναλάβει να συγκροτήσουν την οργάνωση της Αθήνας του κομμουνιστικού κόμματος – ας δώσουμε τώρα τον λόγο στον Σάββα Σταματιάδη να μας πει γύρω από την συγκρότηση του κομμουνιστικού κόμματος στην περιοχή: «1941: Λίγο καιρό μετά την είσοδο των Χιτλερικών και Ιταλοφασιστικών δυνάμεων στη χώρα μας, άρχισε η προσπάθεια δημιουργίας δυνάμεως Αντίστασης κατά των κατακτητών. Η περιοχή Νέας Ιωνίας και Νέας Φιλαδέλφειας πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες αυτές, που πήραν συγκεκριμένη μορφή όταν η περιοχή μας ήλθε σε επικοινωνία με τους κομμουνιστές που είχαν δραπευτεύσει [από τους τόπους εξορίας] και ιδίως τη Φολέγανδρο. Οι πρώτοι απ’ αυτούς που ανέλαβαν την περιοχή μας ήταν ο σ. Αδάμ [Μολυβδάς] και η σ. [Κανελλέα] (παλαιά σπουδάστρια της Φιλοσοφικής Σχολής). Και οι δυο σήμερα δεν ζουν. Δημιουργήθηκε χωριστή οργάνωση. Μια για τις συνοικίες και μια για τα εργοστάσια, που τα περισσότερα ή δεν δούλευαν ή υπολειτουργούσαν. Η επισιτιστική κατάσταση ήταν δραματική και επηρέασε αρνητικά την προσπάθεια ανασυγκρότησης τουλάχιστον στα πρώτα βήματα3. Άρχισαν να συνδέονται μια σειρά μεμονωμένοι αγωνιστές που είχαν ξεφύγει από τις απόχες του Μανιαδάκη και μέλη της ανασυγκροτούμενης Οργάνωσης4. […] Οι πρώτοι σύντροφοι που αποτέλεσαν το κομματικό γραφείο της Νέας Ιωνίας και Νέας Φιλαδέλφειας ήταν οι Χ. Ελευθεριάδης, Σ. Σταματιάδης, Β. Εφραιμίδης και Χρ. Τσεσμελής. Ο Χ. Ελευθεριάδης και ο Χρ. Τσεσμελής ήταν για την ανασυγκρότηση της Νέας Ιωνίας και οι Σ. Σταματιάδης και Β. Εφραιμίδης για τη Νέα Φιλαδέλφεια. Επικεφαλής του γραφείου ήταν η σ. [Κική Κανελλέα], μια ηρωϊκή αγωνίστρια» [Πανελλήνια Ένωση Αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως (ΠΕΑΕΑ) Παράρτημα Νέας Ιωνίας, Ιωνιώτες Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, 1998, σελ. 45].

(Ακολουθεί συνέχεια)

Κώστας Π. Παντελόγλου

  1. Η Έλλη Παππά, αδελφή της Διδώς Σωτηρίου και σύντροφος του Νίκου Μπελογιάννη, που προερχόμενη από την Κοκκινιά, κατοικούσε στη Νέα Φιλαδέλφεια από το καλοκαίρι του 1941 ως τη συνθηκολόγηση των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943, έχει πει σε ομιλία της σε εκδήλωση του Συλλόγου Εργαζομένων στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ΤΕΕ) στις 27 Οκτωβρίου 1995 τα ακόλουθα σχετικά: «… αμέσως με την Κατοχή, χωρίς να έχει γίνει ακόμα ούτε ΕΑΜ, ούτε τίποτα, δημιουργήθηκαν παντού […] ομάδες Αντίστασης. […] Και ύστερα, όταν ήρθαν εξόριστοι αγωνιστές από τα νησιά, όπου τους είχε η δικτατορία [του Μεταξά] και άρχισαν να οργανώνουν κάτι, μάς ζήτησαν να παραδώσουμε τις ομάδες. Και τις παραδώσαμε βεβαίως, γιατί θέλαμε να γίνει κάτι ενιαίο, κάτι πιο αποτελεσματικό» (βλ. Ο Κόσμος της Ν. Φιλαδέλφειας, 28 Οκτωβρίου 2019 και Ενημερωτικό Δελτίο του ΤΕΕ, τεύχος 1886, Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 1995).
  2. Ο Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης, που και συγκαιρινός των γεγονότων ήταν και είχε μετάσχει της Εαμικής Αντίστασης, στο έργο του Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974 γράφει επί του προκειμένου: «Εκείνο όμως που διευκόλυνε το κομμουνιστικό κόμμα στην αναγέννησή του ήταν η απουσία του άγρυπνου μηχανισμού της Αστυνομίας. Ποτέ οι κομμουνιστές, ούτε πριν ούτε μετά την Κατοχή, δεν είχαν τόση ελευθερία κινήσεων μέχρις ασυδοσίας. Έτσι η ανασυγκρότηση γινόταν με απίθανη ταχύτητα» (βλ. ειδική έκδοση για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2011, Τόμος 1, σελ. 142, πρώτη έκδοση Εκδόσεις Κ. Καπόπουλος 1973).
  3. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, σε εισήγηση του Αντρέα Τζήμα σε ευρύτερη συνεδρίαση της επιτροπής πόλης της κομματικής οργάνωσης της Αθήνας του κομμουνιστικού κόμματος το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου 1941 περιέχονταν και τα ακόλουθα: «…Ο λιμός στην Αθήνα συνεχίζεται και οι άνθρωποι συχνά αναγκάζονται να ξεκινήσουν για την ύπαιθρο, όπου ελπίζουν να εξοικονομήσουν και να φέρουν μερικά τρόφιμα, τα γνωστά ακριβοπληρωμένα της Κατοχής. Έτσι και οι [κομματικοί] πυρήνες συχνά κολοβώνονται για λίγο, κουτσαίνουν, οκνούν, για ν’ αρχίσουν τη δράση τους όταν γυρίζουν πίσω στην πεινασμένη Πρωτεύουσα τα πεινασμένη μέλη τους…». Ο Αντρέας Τζήμας ήταν τότε ο γραμματέας της επιτροπής πόλης. Το παραπάνω παράθεμα βλ. στο Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε (1941-1945), Εκδόσεις Παπαζήση 1977, σελ. 136, όπου και παραπομπή γι’ αυτό στο «Αρχείο του ΚΚΕ», Έκθεση [Αντρέα] Τζήμα
  4. Ουσιώδης, και εξ όσων είμαι σε θέση προσωπικά να γνωρίζω, η παράλειψη του Σάββα Σταματιάδη να αναφερθεί στη θετική στάση και πράξη των «δηλωσιών» της 4ης Αυγούστου εν προκειμένω, πράγμα στο οποίο ο Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης, που σημειωτέον είχε και ιδιαίτερο τον δεσμό με τη Νέα Φιλαδέλφεια, όπως και ο πατέρας του Στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, στο προσημειωθέν έργο του που πρωτοκυκλοφόρησε το 1973 έχει αναφερθεί με αυτά τα λόγια: «Η ανασυγκρότηση προχωρούσε ραγδαία. Παρά τα βαρύτατα πλήγματα που είχε δεχτεί το ΚΚΕ από το Κράτος την εποχή της 4ης Αυγούστου, είχαν διασωθεί ορισμένες κομματικές οργανώσεις. […] Πολυάριθμοι ήταν επίσης οι μεμονωμένοι κομμουνιστές στις πόλεις που ή είχαν διαφύγει της ανιχνευτικής μηχανής του Μανιαδάκη ή είχαν αφεθεί ελεύθεροι αφού υπέγραψαν «δήλωση μετανοίας» αλλά ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν ξανά δράση» (βλ. ό.π. σελ. 142).

1 Comment

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.