Η περίοδος 27 Απριλίου 1941 έως 12 Οκτωβρίου 1944 στη Νέα Φιλαδέλφεια .39

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Οι επόμενες 7 ημερολογιακές σημειώσεις της Ιωάννας Τσάτσου στις οποίες θα σταθώ, είναι οι ακόλουθες (βλ. Φύλλα Κατοχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1976):

“1 Απριλίου 1942. Χτες έφυγαν για την Αίγυπτο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και η Νίτσα. Πώς θάθελα γρήγορα να είχαμε καλά νέα. Όλες αυτές οι αναχωρήσεις για τη Μέση Ανατολή είναι μεγάλη λαχτάρα. Πολλοί βέβαια φτάνουν. Μα πόσοι δεν έχουν φτάσει”.

“7 Απρίλη 1942. Είμαστε αναστατωμένοι. Πριν τέσσερις μέρες δοκίμασε να φύγει και ο Μιχάλης Ακύλας. Αυτός ο αεροπόρος ποιητής από την πρώτη στιγμή της Κατοχής μια σκέψη έχει στο μυαλό του. Να φτάση στην ελεύθερη Ελλάδα να πολεμήση για την πατρίδα του. Έφευγαν μαζί του και άλλοι αξιωματικοί. Δεν είχαν τύχη, τους έπιασαν όλους. Τρέμομε για την τύχη τους”.

“22 Απρίλη 1942. Κάθε μέρα καινούργια πίκρα μάς φαρμακώνει. Οι Ιταλοί συλλάβανε τον Αλέκο Ζάννα. Το έμαθα από την Λένα. Ο Ζάννας ηρωικός και γενναιόψυχος πατριώτης, διευθύνει την Επιτροπή Διανομών του Ερυθρού Σταυρού. Όλοι τον εμπιστεύονται. Είναι όμως άρρωστος. Και η αρρώστεια του έχει άμεση σχέση με την ευαισθησία του. Πού θα τον πάη αυτή η δοκιμασία; Θα την βαστάξη ως το τέλος;”.

“27 Μάη 1942. Χτες θανάτωσαν οι Γερμανοί δύο θαυμάσια παλληκάρια. Τον Άγγελο και τον Μαρίνο Μπάρκα. Τους πιάσανε καθώς κόβανε γερμανικά καλώδια. Πήγα και είδα τους γονείς τους. Είναι σχεδόν γείτονές μας, μένουν στα λουτρά του Άη Γιάννη Βουλιαγμένης. Η μάνα φυλάει το γράμμα των παιδιών της. Όλο κλαίει και το δείχνει”.

“5 Ιουνίου 1942. Τούτο το σημερινό είναι αφόρητο. Τέλειωσαν οι προπολεμικές ώρες πνευματικής χαράς. Δεν θα τις ξαναβρούμε ποτέ πια όπως ήταν τότε. Ένα βόλι έκοψε την ζωή του Μιχάλη Ακύλα. Δεν καταλαβαίνουν αυτοί οι Ούννοι ποιους έχουν μπροστά και σκοτώνουν. Σκοτώνουν το πνεύμα, σκοτώνουν αυτή την σπάνια ευαισθησία που είναι χίλιες ζωές μαζί. Και τώρα γύρω μας ο “Ιούδας” του, οι “Σωκρατικοί του διάλογοι”, απογυμνωμένοι μοιρολογάνε. Στο σαλόνι μας, στην ίδια πάντα θέση, είναι η πολυθρόνα όπου καθότανε, διαλεκτικός, απλός, αληθινός”.

“12 Ιουνίου 1942. Πέρασα ώρες με την Ευανθία Καλαμπούρα. Τα μάτια της βαθουλωμένα σαν πηγαδάκια από το κλάμα, με κοιτάζουν ανέκφραστα. Προχτές εκτέλεσαν οι Γερμανοί τον γιο της τον Γιάννη μαζί με τον Κοκκινέλη. Τώρα κυνηγούν και τους άλλους της γιους. Τρέμει η δύστυχη και δεν ξέρει πού να τους κρύψη. Οι ίδιοι θέλουν να πάνε στο αντάρτικο. Το βουνό, όποιο και να είναι, θα τους ρουφήξει κι αυτούς”.

“10 Ιουλίου 1942. Τούτη η ρωμηοσύνη έχει την δική της λεβεντιά. Κανένας Έλληνας δεν δέχεται να παραδώση το όπλο του. Έχουν εκτελέσει τον Δημήτρη Φιλιππόπουλο, τον Μακαντάση, τον Μετσόγλου, για κατοχή όπλου. Μα κανένας δεν φοβήθηκε, κανένας δεν άλλαξε γνώμη και κάθε μέρα πιάνουν καινούργιους που οπλοφορούν”.

Αναφέρεται και ο Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης στο έργο του Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974 στη διαφυγή του Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Μέση Ανατολή και στη σύλληψη του Αλέξανδρου Ζάννα ως εξής: “Αλλά υπήρχε και μια ακόμη προέκταση της υπόθεσης Άτκινσον. Οι Ιταλοί άρχισαν να αναζητούν εκείνους που ήταν γραμμένοι στις σημειώσεις του λοχαγού Άτκινσον, που βρέθηκαν στη βαλίτσα του. Και πρώτα συνέλαβαν τον πλοίαρχο Θ. Κουντουριώτη, ο οποίος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 30 ετών και μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Εκεί τον βρήκε η Ιταλική συνθηκολόγηση και μεταβαίνοντας στην Αίγυπτο ανέλαβε υπηρεσία στον Στόλο. Ακολούθησε η σύλληψη του Αλέξανδρου Ζάννα, του πολιτευτή Θεσσαλονίκης ο οποίος στον Ελληνικό και στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό ανέπτυσσε εξαιρετική αγωνιστική δραστηριότητα. Και, μια νύχτα του Φεβρουαρίου [1942], ο αρχηγός του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στο σπίτι του στην οδό Αρδηττού, πήρε ένα τηλεφώνημα από την γνωστή του Έμμυ Πολυμενάκου, το οποίο έμελλε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην δράση του κατά τον Πόλεμο: “Ο αδελφός μου (ιατρός Λεωνίδας Πολυμενάκος) μου διεμήνυσε από τις φυλακές Αβέρωφ όπου κρατείται ότι κατά την ανάκρισή του ρωτήθηκε επίμονα για σας και πάνω στο γραφείο του ανακριτή υπήρχε φάκελος με το όνομά σας. Πρέπει να κρυφτείτε αμέσως”. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος περιλαμβανόταν στα ονόματα που βρέθηκαν στην βαλίτσα του Άτκινσον. Άλλωστε, ήδη ήταν ύποπτος στους Ιταλούς για την αντιστασιακή του δράση. Υπάκουσε στην σύσταση και αμέσως εκείνη την νύχτα κατέφυγε με την σύζυγό του στο σπίτι του γιατρού Πουλικάκου. Μόλις πρόφτασε. Τον αναζήτησαν οι Ιταλοί και, αν τον έπιαναν, ασφαλώς τον ανέμενε σκληρή τύχη. Γιατί καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Τι θα έκανε τώρα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος; Επί ένα μήνα κρυβόταν στο σπίτι του Δ. Πλαγιάννη, ανωτάτου υπαλλήλου της Βουλής στην οδό Αγίου Μελετίου. Εκεί συγκεντρώθηκαν οι επιτελείς του κόμματος και αποφάσισαν να φύγει στην Μέση Ανατολή. Ο ίδιος γράφει (Τα Χρόνια του Μεγάλου Πολέμου, σελ. 44): “Τα βουνά δεν προσέφεραν την ώρα εκείνη – Μάρτιος του 1942 – δυνατότητα αποφασιστικής ιδικής μας συμβολής εις τον αγώνα, ενώ εκ της Μέσης Ανατολής πληροφορίαι έλεγον ότι αι εκεί δυνάμεις μας, πλην των ναυτικών, δεν προητοιμάζοντο επαρκώς δια να δώσουν πάλιν το ηρωϊκόν “παρών” εις τον αγώνα”. […] Ο μηχανισμός του κόμματός του του βρήκε μια ψαρόβαρκα, στην οποία μόλις χώρεσαν αυτός, η σύζυγός του, ο αστυνόμος Π. Πουλικάκος, ο Ιωάννης Λέκκας, ο καπετάνιος του πλεούμενου Κ. Γιογκουδάκης και ένας μικρός βοηθός του. Και την νύχτα της 31ης Μαρτίου [1942] αναχώρησε ενώ στην ξηρά τον κάλυπταν – για την περίπτωση που οι Γερμανοί θα επιχειρούσαν να τον συλλάβουν – ο υπομοίραρχος Π. Λόλας με λίγους ένοπλους άνδρες. Μετά από οδύσσεια αρκετών ημερών, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έφτασε στην Σμύρνη και από εκεί στο Κάιρο, όπου αμέσως ανέλαβε την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης. […]” (βλ. ειδική έκδοση για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2011, Τόμος 1, σελ. 172-173). Αναλυτικότερα για τη διαφυγή του Παναγιώτη Κανελλόπουλο στη Μέση Ανατολή, βλ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο Κατοχής. 31 Μαρτίου 1942-4 Ιανουαρίου 1945, Η Καθημερινή 2021, Τόμος Α’, πρώτη έκδοση Εκδόσεις Κέδρος 1977.

Και στη σύλληψη και εκτέλεση του αντισμήναρχου Μιχάλη Ακύλα αναφέρεται ο Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης στο έργο του Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, σημειώνοντας: “Από τον όρμο που ξεκίνησε η ψαρόβαρκα με την ομάδα Κανελλόπουλου έφευγε μετά από 24 ώρες ένα άλλο μικρό βενζινόπλοο στο οποίο επέβαιναν: οι αξιωματικοί Μιχαήλ Ακύλας της αεροπορίας και του λιμενικού σώματος Ηλίας Καζάκος και Γεώργιος Κωτούλας, καθώς και Γεώργιος Αναγνωστόπουλος. Δεν είχαν όμως τύχη. Έξω από τις Φλέβες τους συνέλαβε ένα γερμανικό καταδιωκτικό. Μαζί με τον καπετάνιο Δημήτριο Γιαγκουδάκη (αδελφό εκείνου που μετέφερε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο) και τον ναύτη Παν. Θυμάρα, κλείστηκαν στις Φυλακές Βουλιαγμένης μετά από βασανιστική ανάκριση, εν αναμονή της δίκης τους. Αλλά την νύχτα της 3ης Ιουνίου 1942, έγινε ένα μικρό σαμποτάζ που κατέστρεψε τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής των ΣΕΚ μέσα στην Αθήνα. Την ίδια νύχτα οι Αρχές Κατοχής εξέδωσαν την εξής ανακοίνωση:

“Κατόπιν της διαπραχθείσης αποπείρας κατά την νύκτα προς την 4ην Ιουνίου [1942] επί του τμήματος της σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Λιοσίων, διετάχθη η θανατική εκτέλεσις ωρισμένου αριθμού κρατουμένων ήδη εις την διάθεσιν των δύο Διοικήσεων των Ενόπλων Δυνάμεων Κατοχής. Μέτρα διαρκώς σοβαρώτερα θέλουσι ληφθή εν περιπτώσει τοιούτων αποπειρών. Η Ανωτάτη Διοίκησις των Ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων εν Ελλάδι και η Γερμανική Διοίκησις Νοτίου Ελλάδος”.

Λίγο αργότερα, ο Γερμανός Φρούραρχος Αθηνών έκανε την κατωτέρω δήλωση:

“Ο Γερμανικός Στρατός προέβη εις την σύλληψιν αριθμού τινός ομήρων εκ των υπ’ αυτού κατεχομένων εδαφών. Εις περίπτωσιν οιωνδήποτε αποπειρών ή πράξεων σαμποτάζ κλπ., στρεφομένων εναντίον του Γερμανικού Στρατού, οι όμηροι ούτοι θα τυφεκισθούν. Ως τοιούτοι όμηροι λογίζονται όλοι εκείνοι οι έλληνες οίτινες συνελήφθησαν ή θα συλληφθούν, λόγω υπονοιών δια πράξεις στρεφομένας κατά του Γερμανικού Στρατού. Ανάλογα αυστηρότατα μέτρα θα ληφθούν περαιτέρω εναντίον των μελών των οικογενειών εκείνων των Ελλήνων, οι οποίοι αναχωρούν εις το εξωτερικόν, δια να αγωνισθούν κατά της Γερμανίας και κατά της Ιταλίας. Προς αποφυγήν τυφεκισμών ομήρων, οίτινες θα πλήξουν βαρύτατα τον Ελληνικόν λαόν, καλείται ο πληθυσμός όπως απέχει από αποπείρας, πράξεις σαμποτάζ κλπ. Και να καταγγέλη εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν του Γερμανικού Στρατού τους αναγνωρισθέντας ή υποτιθεμένους δράστας”.

Έτσι, άρχιζε η τραγική ιστορία της ομηρίας στην κατεχόμενη Ελλάδα. Βέβαια, είχαν ήδη γίνει ομαδικές και ατομικές εκτελέσεις […]. Αλλά τώρα γινόταν η επίσημη θεσμοθέτηση του μέτρου, το οποίο πολύ σύντομα θα αποκτούσε ευρύτατες διατάσεις. Και οι πρώτοι που το έβαψαν με το αίμα τους ήταν ο Μιχάλης Ακύλας και οι σύντροφοί τους, μαζί με τρεις άλλους κρατούμενους, τους Ελευθ. Κιοσέ, Νικ. Μοσχόπουλο και Αράμ Ερινιάν. Το απόγευμα της 4ης Ιουνίου [1942], ο Γερμανός διευθυντής των Φυλακών Βουλιαγμένης κάλεσε τους οκτώ αγωνιστές και τους ανακοίνωσε ότι το πρωί θα εκτελούνταν. Αφού αποχαιρέτησαν τους συγκρατούμενούς τους, μεταφέρθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Και στις 5 το πρωί της 5ης Ιουνίου [1942], με κλειστό γερμανικό αυτοκίνητο οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής με την συνοδεία ενός ιερέα. Έπεσαν ηρωικά, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο” (βλ. ό.π. σελ. 174-175).

Στη σύλληψη και την εκτέλεση του Αντισμήναρχου Μιχάλη Ακύλα και των συντρόφων του, καθώς και τριών ακόμη κρατουμένων, έχει αναφερθεί και ο Δημ. Γατόπουλος στο βιβλίο του Ιστορία της Κατοχής. Σημειώνω εδώ τα σχετικά με την στάση των εκτελεσμένων πατριωτών, αφότου έφθασαν στον τόπο της εκτέλεσης, το Σκοπευτήριο της Καισαριανής (όπως καταχωρήθηκαν στην Ιστορία της Αντίστασης 1940-1945, Εκδόσεις Αυλός 1979, τη συγγραφείσα υπό τη διεύθυνση του Βάσου Γεωργίου – βλ. Τόμος Ι, σελ. 337): “Δεμένοι δυο-δυο οι μελλοθάνατοι στάθηκαν περήφανα, αγέρωχα μπροστά στο Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα. Όταν ο επικεφαλής αξιωματικός πρότεινε στους μελλοθάνατους να τους δέσουν τα μάτια, ο Μιχαήλ Ακύλας, από μέρους όλων, τούδωσε την παλληκαρίσια απάντηση: “Είμεθα Έλληνες. Ξέρουμε να πεθαίνουμε!”. Και τότε, συνεχίζει ο Γατόπουλος, εις την πρωινήν γαλήνην και ενώ οι Γερμανοί φονιάδες ητοιμάζοντο, αντήχησαν κάτω από την σκιάν του Υμηττού, οκτώ νεανικαί φωναί, που έψαλλαν με σταθερότητα, αληθινόν ενθουσιασμόν τας αθανάτους στροφάς του Εθνικού μας ύμνου. Και ποτέ ίσως άλλοτε ο χαιρετισμός προς την ελευθερίαν την “βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά” δεν είχεν τόσον βαθείαν και αληθινήν σημασίαν. Οι τρεις πρώτοι ήρωες που εδέχθησαν τας σφαίρας των Γερμανών εκτελεστών, οι Αναγνωστόπουλος, Μοσχόπουλος και Κιοσές δεν επρόφθασαν να τελειώσουν τον ύμνον. Αλλ’ ενώ τα τρία πτώματα κατέκειντο εμπρός των, οι άλλοι πέντε εξηκολούθουν ακόμη δυνατώτερα το τραγούδι των. Μαινόμενος ο Γερμανός αρχιδολοφόνος διέταξε τους άνδρες του: “Γρήγορα! Γρήγορα!”. Ο Καζάκος, ο Κωτούλας και ο Διακουδάκης έπεσαν αμέσως κατόπιν. Και οι δύο τελευταίοι ήρωες, ο Μιχαήλ Ακύλας και ο Παναγώτης Δημαράς εσυνέχισαν μόνοι τον εθνικό ύπνο και πρόλαβαν να φωνάξουν την τελευταία στιγμή “Ζήτω η Ελλάς!”. Μετά την εκτέλεση των οκτώ ηρώων, τοποθετήθηκαν οι σοροί τους σε σανιδένια φέρετρα και μεταφέρθηκαν, ύστερα από δυο ώρες, στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου και θάφτηκαν. Και ο τάφος τους από την ίδια κιόλας μέρα έγινε εθνικό προσκύνημα. Είναι οι οκτώ ήρωες από τους πρώτους μάρτυρες που πότισαν με το τίμιο αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς στον τόπο μας”.

(Ακολουθεί συνέχεια)

Κώστας Π. Παντελόγλου

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.