Η περίοδος 27 Απριλίου 1941 έως 12 Οκτωβρίου 1944 στη Νέα Φιλαδέλφεια .38

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Στην ελληνική εφημερίδα της Νοτίου Αμερικής Πατρίς, που εκδιδόταν στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στο φύλλο της της 5ης Απριλίου 1942, δημοσιεύονταν και ειδήσεις, μέσω Άγκυρας, Καΐρου και Λονδίνου. Καταχωρώ δύο εδώ.

Η πρώτη εξ Αγκύρας: “Το Σοβιετικόν Γραφείον Πληροφοριών, όπερ πολλάκις μετέδωκεν αποκαλυπτικήν εικόνα των εν Ελλάδι συνθηκών, αγγέλλει ότι υπάρχει σχεδόν παντελής έλλειψις ως προς το κρέας, τα λίπη, την ζάχαριν και αυτούς τους ιχθείς. Προσέτι ότι και εις αυτάς ακόμη τας λεγομένας “μαύρας (ήτοι λαθραίας) αγοράς”, αίτινες διαθέτουν εισέτι αρκετά οικονομικά μέσα, παρατηρείται η ίδια περίπου σπάνις των άνωθι τροφίμων. Ένα από τα κυριώτερα ελλείποντα τρόφιμα εις την Ελλάδα είναι ο άρτος, ούτινος τερατωδώς μικραί ποσότητες επιτρέπονται εις έκαστον άτομον, εις τοιτούτον βαθμόν ώστε κατά την έκφρασιν του Σοβιετικού Πρακτορείου να ισοδυναμούν “με μίαν μπουκιάν διά τον καθένα την ημέραν” (βλ. σελ. 5).

Η δεύτερη εκ Λονδίνου: “Ο διπλωματικός συνεργάτης της εφημερίδος London Times εκφράζει την λύπην του διά την συμφοράν των Ελλήνων και παραπονείται διά την ανεπαρκή βοήθεια η οποία στέλλεται εις την λιμοκτονούσαν Ελλάδα. Είναι, γράφει, απαραίτητον όπως σταλούν περισσότερα τρόφιμα εις την Ελλάδα, κατά προτίμησιν εξ Αιγύπτου. Ο γράφων ισχυρίζεται ότι η αλιεία απηγορεύθη ολοσχερώς υπό των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων. Τοιουτοτρόπως οι Έλληνες απεστερήθησαν του σπουδαίου τούτου μέσου της διατροφής των. Οι Γερμανοί απαγορεύουν επίσης τας συγκοινωνίας με το εσωτερικόν. Τοιουτοτρόπως οι Έλληνες δεν δύνανται να επικοινωνήσουν και να ανταλλάξουν εμπορεύματα και έλθουν εις δοσοληψίας αναμεταξύ των ελευθέρως. Παρ’ όλα ταύτα ούτε η λιμοκτονία, ούτε αι απειλαί μεταπείθουν τους Έλληνας να παραδώσουν τους Βρεττανούς και τους Αυστραλο-Ζηλανδούς αξιωματικούς και στρατιώτας, οι οποίοι κρύπτονται ανάμεσά των” (βλ. σελ. 8).

Κάνει και κάτι τολμηρό, θα έλεγα, η Ελληνική εφημερίδα της Νοτίου Αμερικής Πατρίς που εκδιδόταν στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στο φύλλο της της 5ης Απριλίου 1942. Ψέγει τη Συμμαχική πλευρά για αδράνεια, υπενθυμίζοντας τον Αισώπειο μύθο “Ο Λαγός και η Χελώνα”, σημειώνοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα (με την υπογραφή Γ.Α.F. εκ Νέας Υόρκης): “Ο κόσμος έχει μπλεχθή σήμερα σ’ ένα τρομερό αγώνα δρόμου. Όποια από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις φθάση πρώτη στο τέρμα θα κηρυχθή νικήτρια. Η χελώνα του Άξονος έχει ξεκινήσει πρώτη, εδώ και τρία σχεδόν χρόνια. Ο λαγός της Συμμαχικής Παρατάξεως, που ξαίρει την υπεροχή του στα πόδια και είναι βέβαιος ότι μόλις εντείνει λίγο τις δυνάμεις του θα φθάση πρώτος στο νικηφόρο τέρμα, εξακολουθεί να αδρανή, αν όχι να κοιμάται. “Αστεία πράγματα”, λέγει καθ’ εαυτόν ο Συμμαχικός λαγός. “Πού θα μου πάη. Θα φθάσω και θα περάσω την κυρά-χελώνα. Είναι δυνατόν να χάση τον αγώνα η Αμερική; Αστειεύεσαι! Λέμε όλοι. Και η Μεγάλη Βρεττανία και η Ρωσσία; Χα, χα! Εμείς έχουμε τα 80% του πετρελαίου. Τα 100% του χρυσού, τα 70% του σιδήρου. Τα 80% του χάλυβος. Τα 80% του σίτου. Και τι δεν έχουμε! Όλες σχεδόν τις πρώτες ύλες, τις αναγκαίες για την νίκη. Και συνεχίζουμε: Η Ρωσσία βγάζει 16 εκατομμύρια στρατό. Η Αγγλία 5 εκατομμύρια. Η Αμερική 12 εκατομμύρια όταν θέλη. Διακόσιες χιλιάδες αεροπλάνα θα κάνουμε. Εκατό χιλιάδες τανκς. Θα ξοδέψουμε 150 δισεκατομμύρια δολλάρια. Όποια ώρα θέλουμε, φθάνουμε στο τέρμα. Λέμε όμως. Και μόνο λέμε. Και η βραδυκίνητη χελώνα προχωρεί. Και καταλαμβάνει μέρη. Υποδουλώνει λαούς, καταστρέφει πόλεις. Εξουθενώνει πληθυσμούς. Συντρίβει. Θύει και απολύει. Κι εμείς εξακολουθούμε “να λέμε”. Γιατί ξέρουμε την υπεροχή μας στα χέρια και τα πόδια. Γιατί επιμένουμε ότι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας. Και ισχυριζόμαστε ότι το δίκιο νικά πάντοτε στο τέλος. Ναι, νικά το δίκιο στο τέλος, αλλά όταν δεν ξυπνήση εγκαίρως ο λαγός, νικά και η χελώνα. Ή όχι;” (βλ. σελ. 5).

Ας στρέψουμε τώρα τη ματιά μας εντός Ελλάδος, και ας αναφερθούμε σ’ ένα ζήτημα το οποίο έπαιξε ρόλο, προφανώς αρνητικό ρόλο, στις επαφές της Εαμικής Αντίστασης με πρόσωπα και οργανώσεις – η επιμονή στην ανωνυμία των στελεχών της, ενώ ο συνομιλητής τους στον οποίον απευθύνονταν ήταν επώνυμος. Ο Σόλων Νεοκ. Γρηγοριάδης στο έργο του Ιστορία της Σύγχρονης Ελλδας 1941-1974 γράφει πως τούτο αύξανε την δυσπιστία των άλλων, σημειώνοντας επί πλέον τα ακόλουθα: “Και αυτός ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που αναζητούσε αποφασιστικά κάθε δυνατότητα για αγωνιστική δράση, δεν θέλησε να προσεγγίσει τους κομμουνιστές. Γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του (Τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου, σελ. 36): “Κατά τους τελευταίους φοβερούς μήνας του 1941 … ένα βράδυ οδηγήθην με πολλές και εξεζητημένες προφυλάξεις, εις έναν ανηφορικόν δρόμον της συνοικίας Γκύζη, όπου – εις ένα άγνωστον σε μένα σπίτι – συνήντησα δύο αγνώστους κυρίους. Ήταν ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ και μου επρότειναν να συνεργασθώ εις το απελευθερωτικόν μέτωπον, το οποίον ήτο τότε υπό κατασκευήν. Ως στοιχειώδη – λογικώς και ηθικώς αυτονόητον – όρον διά να δεχθώ να εισέλθω εις διαπραγμάτευσιν έθεσα τον ακόλουθον: Να καταστούν και εκείνοι γνωστοί εις εμέ. Ηρνήθησαν πεισμόνως να μου απεκάλυπταν τα πραγματικά ονόματά των οι δύο μυστηριώδεις κύριοι. Αφού ήμουν εγώ εις αυτούς γνωστός, έπρεπε να ικανοποιήσουν το αίτημά μου – αίτημα υπαγορευόμενον από την στοιχειώδη ιδέαν εθνικής αλληλεγγύης και ισότητος κινδύνου εν ώρα αγώνος – και έτσι κάθε επαφή μου με τους κομμουνιστάς (και δι’ άλλους λόγους που εξήγησα εις τον εκφωνηθέντα εις το συνέδριον του Λιβάνου λόγον μου) εσταμάτησε” (βλ. ειδική έκδοση για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 2011, Τόμος 1, σελ. 182-183).

Ανάλογη και η εμπειρία της Ιωάννας Τσάτσου. Γράφει σχετικά στις ημερολογιακές της σημειώσεις, που περιέχονται στο βιβλίο της Φύλλα Κατοχής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1976, σελ. 37-38: “10 Γενάρη 1942. Χτες κάποιος φίλος ζήτησε να με δη. -Έρχομαι να σου προτείνω επισήμως να μπης στο ΕΑΜ, μου είπε. “Ζητούν ονομαστικώς εσένα”. “Τι είναι το ΕΑΜ;”, ρώτησα. “Ποιος είναι ο αρχηγός του;”. “Το ΕΑΜ είναι Οργάνωσις Αντιστάσεως”, μου απάντησε. “Ονόματα δεν λέγονται σε τέτοια εποχή. Σε συμβουλεύω να δεχτής, αλλοιώς μπορεί να σκεφθούν πως φοβάσαι”. Σήκωσα τους ώμους. “Δεν μ’ αρέσει να αμύνομαι στο ηθικό πεδίο”, του είπα. “Μου φαίνεται σαν να αποδέχωμαι κατά κάποιον τρόπο την κατηγορία. Όπως και να είναι, έχω τόση δουλειά που δεν μου μένει καιρός γι’ άλλες ευθύνες”· και απέφυγα να δεχτώ. Σήμερα το πρωί με ζήτησε ο Αρχιεπίσκοπος. Ήθελε ν’ αυξήσει το επίδομα που δίνομε κρυφά στις οικογένειες των τουφεκισμένων. Του διηγήθηκα τότε και την πρόταση του ΕΑΜ. “Μα τι είναι αυτό το ΕΑΜ;”, μου είπε. “Δεν μπορούν να μας πουν ένα όνομα; Επικοινωνώ με τον Ζέρβα, με τον Ψαρρό, με κάθε πρόθεση ή εκδήλωση αντιστάσεως. Αυτό το ΕΑΜ το ακούω, μα δεν το γνωρίζω”. Έμεινε μια στιγμή σκεφτικός. “Στον τόπο μας τουλάχιστον δεν πιστεύω σε αφηρημένες ιδέες. Θέλω να ξέρω ποιοι άνθρωποι αγωνίζονται γι’ αυτές. Μόνο όταν οι άνθρωποι αξίζουν, οι ιδέες παίρνουν περιεχόμενο…”. Έπεσε σιωπή”.

Και σε εννιά ακόμη ημερολογιακές σημειώσεις της Ιωάννας Τσάτσου θα σταθώ, σημειώσεις που έχουν κι αυτές τη σημασία τους.

“22 Γενάρη 1942. Ο Γιώργος Καρτάλης περνάει ταχτικά τα βράδυα από το σπίτι. Χτες μας μίλησε με μεγάλη συμπάθεια για τον συνταγματάρχη Ψαρρό και για κάποια αντάρτικη ομάδα του στην Μακεδονία.

29 Μάρτη 1942. Σφραγίδα σκλαβιάς είναι αυτή η ιστορία του Γκίνη, άδικη και θλιβερή. Ο Παπα-Δεληπέτρου, που παράστεκε στην εκτέλεσή τους, μας την λέει και κλαίει. Τέσσερα αδέρφια. Δύο παντρεμένοι και δύο ανύπαντροι. Ο ένας ο μικρός, ο Κωνσταντής, γυρίζοντας στο σπίτι του, βρήκε ένα πουκάμισο Γερμανού στρατιώτη. Ο άνεμος το είχε φέρει από το πλαϊνό στρατόπεδο. Το μάζεψε και προχωρούσε ανύποπτα. Στον δρόμο ένας Γερμανός, βλέποντας γερμανικό πουκάμισο στα χέρια του του επιτέθηκε, άρχισε να τον χτυπά με το πιστόλι του και να του φωνάζη γερμανικά. Ο Κωνσταντής δοκίμασε με κάθε τρόπο να του εξηγήση πως βρήκε τυχαία το [πουκάμισο]. Η συνεννόηση ήταν αδύνατη και ο Γερμανός τραβούσε τον Κωνσταντή προς το Γερμανικό στρατόπεδο. Εν τω μεταξύ έτρεξαν όλα τ’ αδέρφια. Ο μεγάλος, ο παντρεμένος, προσπαθώντας να ελευθερώση τον μικρό, έρριξε κάτω τον Γερμανό κι εκείνος μωλωπίσθηκε αλαφριά. Αυτό ήτανε όλο το έγκλημα. Τους έπιασαν και τους τέσσερεις. Οι δυο νεώτεροι, ο Θανάσης κι ο Κωνσταντής, πήραν όλη την ευθύνη απάνω τους για να σώσουν τους παντρεμένους που είχαν οικογένειες. Έτσι οι δύο μικροί καταδικάστηκαν σε θάνατο, “γιατί χύθηκε αίμα γερμανικό”. Αυτό έλεγε η απόφαση του Στρατοδικείου. Αίμα γερμανικό ήταν η μικρή στιγμιαία τσαγκρουνιά του Γερμανού φαντάρου. Ο Μακαριώτατος ζήτησε την χάρη τους. Του την αρνήθηκαν “γιατί χύθηκε αίμα γερμανικό”. Την ζήτησε και δεύτερη φορά, η απάντηση ήταν ίδια. Ως την τελευταία στιγμή, ο μελλοθάνατος Θανάσης σκέπτεται μόνο τον Κωνσταντή στο πλαϊνό κελλί. Τους θανάτωσαν και τους δύο χτες το πρωί. Ο Θανάσης ακούει την ομοβροντία που σκοτώνει το αδέρφι του και έπειτα από λίγα λεπτά βλέπει το νωπό αίμα του στην στήλη που προσδένουν και τον ίδιον. Δυο δάκρυα του καίνε τα μάτια. Γιατί να μην τον έχει πάρει το βόλι στο Αλβανικό Μέτωπο”.

(Ακολουθεί συνέχεια)

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.