Γιατί αγαπούν οι δήμαρχοι τα αθλητικά στάδια;

Στιγμιότυπο της επίσημης θεμελίωσης του γηπέδου μπάσκετ των Nets, με πρωταγωνιστές το δήμαρχο Νέας Υόρκης, τον κυβερνήτη της πολιτείας κλπ.
Στιγμιότυπο της επίσημης θεμελίωσης του γηπέδου μπάσκετ των Nets, με πρωταγωνιστές το δήμαρχο Νέας Υόρκης, τον κυβερνήτη της πολιτείας κλπ.

Κοντεύουν τρία χρόνια από την πρώτη παρουσίαση του σχεδίου Μελισσανίδη στο δημοτικό συμβούλιο Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας και οι υποστηρικτές του σχεδίου εξακολουθούν να εμφανίζουν το γήπεδο της «Δικέφαλος 1924 ΑΕ» ως πανάκεια για όλα τα προβλήματα της πόλης. Κάθε τόσο, στο «δημόσιο διάλογο» επανέρχονται τα ίδια ατεκμηρίωτα επιχειρήματα, διατυπωμένα λίγο-πολύ από τους ίδιους ανθρώπους στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, το δημοτικό συμβούλιο και την τοπική κοινωνία: το γήπεδο θα αντιμετωπίσει την ανεργία, θα τονώσει την τοπική οικονομία, θα βελτιώσει το άλσος, θα ενισχύσει τη μικρασιατική μνήμη…

Στην κατεύθυνση της άρσης των ψευδαισθήσεων, ο «Κόσμος της Ν. Φιλαδέλφειας» δημοσιεύει σήμερα μεταφρασμένο στα ελληνικά ένα άρθρο του έγκυρου αμερικανικού περιοδικού «The Nation«, ως δείγμα μόνο της τεράστιας διεθνούς εμπειρίας γύρω από τα γήπεδα-ιδιωτικές επιχειρήσεις. Στο άρθρο συνοψίζεται η πρακτική των ιδιοκτητών επαγγελματικών αθλητικών ομάδων στις ΗΠΑ να ζητούν (και να παίρνουν) δημόσιο χρήμα για τα ιδιωτικά τους επενδυτικά σχέδια, όπως εν ολίγοις ζητά και ο Δημήτρης Μελισσανίδης για την «Αγιά Σοφιά». Θα επανέλθουμε και με άλλες σχετικές πηγές που καταρρίπτουν τα «επιχειρήματα» με τα οποία επιχειρείται να χειραγωγηθεί η πόλη της Νέας Φιλαδέλφειας.

π.

 

Γιατί αγαπούν οι δήμαρχοι τα αθλητικά στάδια;

Πολλές πόλεις είναι κατάστικτες με «καταλύτες του κέντρου της πόλης» που δεν κατόρθωσαν να καταλύσουν τίποτε

Σε μια πολυσύχναστη γωνιά του κέντρου του Μπρούκλιν, αρχίζουν να υψώνονται οι ατσάλινες δοκοί. Μετά από μια δεκαετία διαμαρτυριών των κατοίκων (μεταξύ των οποίων τοπικές διασημότητες, όπως οι Στιβ Μπουσέμι, Τζένιφερ Ίγκαν και Τζόναθαν Λέδεμ) και αναρίθμητες μηνύσεις, το όραμα του εργολάβου Μπρους Ράτνερ για ένα νέο γήπεδο που θα φέρει την ομάδα μπάσκετ των New Jersey Nets στο Μπρούκλιν –με τη βοήθεια περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοτικές και πολιτειακές επιχορηγήσεις– θεμελιώνεται, με προγραμματισμένα εγκαίνια το Σεπτέμβρη του 2012.

Ωστόσο το Atlantic Yards, όπως ονομάστηκε η εργολαβία των 89 στρεμμάτων στην άκρη της ζωηρής γειτονιάς Πρόσπεκτ Χάιτς, δε θα μοιάζει και πολύ με την εικόνα που πρωτοαποκάλυψε ο Ράτνερ το 2003. Ο πύργος γραφείων «Μις Μπρούκλιν» που υποτίθεται πως θα έφερνε δουλειές στην κοινότητα απουσιάζει, θύμα της κατάρρευσης της αγοράς επαγγελματικών χώρων της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, οι πύργοι κατοικιών που υποτίθεται πως θα παρείχαν πάνω από 2.250 μονάδες οικονομικά προσιτής κατοικίας δεν πρόκειται να χτιστούν σύντομα, αν χτιστούν. (Το πιο πρόσφατο σχέδιο περιλαμβάνει ένα «αρθρωτό» κτίριο, που μοιάζει με συσσώρευση κοντέινερ ύψους 34 ορόφων). Στο μεταξύ οι Nets, περνάνε δύο σεζόν παίζοντας στο Prudential Center του Νιούαρκ, άλλο ένα κτίριο που έλαβε σημαντικές επιχορηγήσεις (οι φορολογούμενοι προκατέβαλαν 200 εκατομμύρια δολάρια) και υποτίθεται πως θα αναζωογονούσε τη γειτονιά γύρω του, αλλά βρίσκεται ακόμη ανάμεσα στα ίδια εκπτωτικά καταστήματα και fast food που ήταν παραταγμένα στην οδό Μάρκετ πριν τα εγκαίνια του γηπέδου το 2007.

Μια τέτοια ιστορία θα μπορούσαμε να αφηγηθούμε σχεδόν για κάθε Αμερικανική πόλη τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Οι ιδιοκτήτες ομάδων των «τεσσάρων μεγάλων» επαγγελματικών πρωταθλημάτων –NFL (αμερικάνικο ποδόσφαιρο), MLB (μπέιζμπολ), NBA (μπάσκετ) και NHL (χόκεϊ επί πάγου)– έχουν αποκομίσει σχεδόν 20 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις από τους φορολογούμενους για νέες έδρες από το 1990. Και όλο αυτό το διάστημα, οπαδοί, πολεοδόμοι και οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι η οικοδόμηση υποδομών για ιδιωτικές αθλητικές ομάδες είναι τεράστια σπατάλη δημόσιου χρήματος. Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο Άλεν Σάντερσον, «Αν θέλεις να ρίξεις χρήμα στην τοπική οικονομία, θα ήταν καλύτερα να το ρίξεις από ελικόπτερο, παρά να το επενδύσεις σε νέο γήπεδο».

Οι μελέτες που αποδεικνύουν τον μικρό αντίκτυπο των σταδίων του επαγγελματικού αθλητισμού στην οικονομία χρονολογούνται από το 1984, όταν ο οικονομολόγος του κολεγίου Λέικ Φόρεστ Ρόμπερτ Μπάντι εξέτασε τριάντα πόλεις που είχαν πρόσφατα χτίσει νέες εγκαταστάσεις. Το εύρημά του: στις εικοσιεπτά από αυτές δεν υπήρχε μετρήσιμος αντίκτυπος στην οικονομία· στις άλλες τρεις, η οικονομική δραστηριότητα εμφανιζόταν μειωμένη. Δεκάδες οικονομολόγοι έχουν καταλήξει στα ίδια ευρήματα με τον Μπάντι και έχουν βρει παρόμοια αποτελέσματα γι’ αυτά που η αθλητική βιομηχανία ονομάζει «μεγα-γεγονότα»: Ολυμπιακοί Αγώνες, τελικοί πρωταθλήματος αμερικάνικου ποδοσφαίρου, τουρνουά κολεγιακού μπάσκετ κ.λπ. (Σε μια μελέτη έξι τελικών ποδοσφαίρου, ο οικονομολόγος του πανεπιστημίου της Νότιας Φλόριντα Φιλ Πόρτερ βρήκε «μηδενικό μετρήσιμο αντίκτυπο στη δαπάνη», πράγμα που απέδωσε στο φαινόμενο «αποσυνωστισμού» των τουριστών που δεν ενδιαφέρονται για το ποδόσφαιρο και αποφεύγουν την πόλη την εβδομάδα του αγώνα).

Στο μεταξύ, πολλές πόλεις είναι κατάστικτες με «καταλύτες του κέντρου της πόλης» που δεν κατόρθωσαν να καταλύσουν τίποτε, από το «Χωριό του Ballpark» στο Σεντ Λούις, που απέμενε ένα λασπωμένο άδειο οικόπεδο για χρόνια μετά το άνοιγμα του σταδίου Ballpark, μέχρι το γήπεδο χόκεϊ του Νιούαρκ που βρίσκεται στο μέσο μιας άγονης περιοχής με αμπαρωμένα καταστήματα.

«Οι δημόσιες επιχορηγήσεις για στάδια είναι μεγάλη υπόθεση για τους ιδιοκτήτες των ομάδων, τα στελέχη των επαγγελματικών πρωταθλημάτων, τους εργολάβους, τους δικηγόρους ομολόγων, τις κατασκευαστικές εταιρίες, τους πολιτικούς και τους πάντες στην τροφική αλυσίδα των σταδίων, αλλά μια πραγματικά πολύ κακή υπόθεση για όλους τους υπόλοιπους», καταλήγει ο Φρανκ Ράσιντ, παντοτινός οπαδός των Detroit Tigers και καθηγητής Αγγλικών σε κολέγιο. Ο Ράσιντ ήταν συνιδρυτής της Λέσχης Φίλων του Σταδίου Τάιγκερ το 1987 και τα επόμενα χρόνια έδωσε μια ανεπιτυχή μάχη κατά των σχεδίων του δήμου του Μίσιγκαν να ξοδέψει 145 εκατομμύρια δολάρια από δημόσιους πόρους για να αντικαταστήσει το ιστορικό στάδιο αμερικάνικου ποδοσφαίρου. «Είναι τόσο σαφές ότι οι δήμοι δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τους πόρους τους εκεί ως πρώτη προτεραιότητα, που πίστευα ότι μέχρι σήμερα θα είχε επικρατήσει πια η σωφροσύνη».

Ωστόσο το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται σε αθλητικές εγκαταστάσεις συνεχίζει να αυξάνεται. Σύμφωνα με την πολεοδόμο του Χάρβαρντ Τζούντιθ Γκραντ Λονγκ, οι δήμοι, οι πολιτείες και οι κομητείες ξόδεψαν το ποσό ρεκόρ των 6,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε στάδια και γήπεδα τη δεκαετία του 1990 και μετά ξεπέρασαν αυτό το όριο την επόμενη δεκαετία με άλλα 10,1 δισεκατομμύρια δολάρια – 31% αύξηση, αν υπολογίσουμε και τον πληθωρισμό. Κι αυτό δεν συμπεριλαμβάνει κρυμμένες επιχορηγήσεις, όπως διακοπές εκμισθώσεων, εξαιρέσεις από το φόρο ιδιοκτησίας και χρήση μη φορολογούμενων κρατικών ομολόγων, για τα οποία η Λονγκ εκτιμά ότι έχουν προσθέσει τουλάχιστον άλλο 10% στο κόστος για το δημόσιο.

Γιατί οι νέες αθλητικές εγκαταστάσεις έχουν τέτοια επιρροή στους τοπικούς αιρετούς αξιωματούχους; Η απλούστερη εξήγηση είναι ο φόβος: επειδή οι ιδιοκτήτες των ομάδων μπορούν να επιλέξουν άλλες πόλεις, αλλά οι πόλεις δεν μπορούν να επιλέξουν άλλες επαγγελματικές ομάδες –χάρη στα επιβεβλημένα από την κυβέρνηση μονοπώλια των πρωταθλημάτων στην τοποθέτηση των franchise–, οι δήμαρχοι αισθάνονται ότι πρέπει να προσφέρουν στους ιδιοκτήτες ό,τι τους ζητήσουν. «Οι πολιτικοί συνεχίζουν να πιστεύουν ότι θα ήταν πολιτική καταστροφή να χάσουν μια ομάδα στη διάρκεια της θητείας τους», λέει ο Μπάντι.

Ωστόσο το να χάσεις μια ομάδα είναι πολύ σπάνιο. Οι πιο πολλοί ιδιοκτήτες προτιμούν να συνεχίζουν να μιλούν για νέα στάδια στις μητρικές τους πόλεις ακόμη κι όταν αποκαλυφθεί η μπλόφα τους. Ο πρόεδρος των Florida Marlins Ντέιβιντ Σάμσον πρωτοδήλωσε το 2004 ότι ο νόμος για το νέο στάδιο «πρέπει να περάσει την επόμενη βδομάδα. Αν όχι, θα φύγουμε». Συνέχισε με παρόμοιες απειλές για τέσσερα χρόνια, μέχρι που ο δήμος του Μαϊάμι και η κομητεία Μαϊάμι-Ντέιντ τελικά συμφώνησε να βάλει πάνω από 478 εκατομμύρια δολάρια για ένα νέο στάδιο με συρόμενη οροφή.

Παρομοίως, μετά από την επιτυχή χρήση απειλών μετακόμισης για να υποχρεωθεί ο δήμος του Πίτσμπουργκ να βοηθήσει στη χρηματοδότηση ενός νέου γηπέδου χόκεϊ, ο ιδιοκτήτης των Penguins και θρύλος του NHL Μάριο Λεμιέ παραδέχτηκε ότι «σκοπός μας εξαρχής ήταν να παραμείνουμε εδώ στο Πίτσμπουργκ. Τα ταξίδια στο Κάνσας, στο Λας Βέγκας και σε άλλες πόλεις έγιναν απλώς για ένα δείπνο κι επιστροφή… Ήταν ένας τρόπος γα εμάς να ασκήσουμε περισσότερη πίεση και ξέραμε ότι τελικά θα λειτουργούσε». (Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και σ’ αυτές τις λίγες πόλεις που οι ομάδες μετακόμισαν, κανείς αιρετός δεν καταψηφίστηκε γι’ αυτό. Ωστόσο ένας γερουσιαστής του Ουισκόνσιν που έδωσε την αποφασιστική ψήφο για ένα νέο στάδιο των Brewers το 1995, έγινε ο πρώτος στην πολιτεία του που ανακλήθηκε από τους ψηφοφόρους).

Υπάρχουν κι άλλες θεωρίες που εξηγούν τη διαρκή αγάπη των τοπικών αξιωματούχων για αθλητικές εγκαταστάσεις. Το «σύμπλεγμα του οικοδομήματος» τούς προδιαθέτει να χτίσουν μεγάλα, λαμπερά οικοδομήματα – στα οποία φαίνεται περισσότερο μια πλάκα με το όνομά σου απ’ ό,τι, για παράδειγμα, αν φτιάξεις τάξεις με λιγότερα παιδιά στα νηπιαγωγεία. Μετά, υπάρχουν και τα τυχερά που προκύπτουν για εκείνους που είναι φίλοι ιδιοκτητών ομάδων, όπως το να κάνεις τη σέντρα σ’ ένα παιχνίδι ή να διασκεδάζεις τους χρηματοδότες σου στο δικό σου πολυτελές θεωρείο.

Οι πολιτικοί που επιθυμούν να ασπαστούν αθλητικές συμφωνίες, εύκολα βρίσκουν εταιρείες συμβούλων πρόθυμες να φτιάξουν λαμπερές «μελέτες αντίκτυπου στην οικονομία» – αν και οι οικονομολόγοι του αθλητισμού σχεδόν ομόφωνα τις απορρίπτουν ως κουραφέξαλα. Για παράδειγμα: η εταιρεία Economic Research Associates είπε στο δήμο του Άρλινγκτον στο Τέξας ότι η δαπάνη 325 εκατομμυρίων δολαρίων για το νέο στάδιο των Dallas Cowboys του δισεκατομμυριούχου βαρόνου του πετρελαίου Τζέρι Τζόουνς, θα παρήγαγε 238 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε οικονομική δραστηριότητα. Αμέσως έγινε η κριτική ότι αυτός ο υπολογισμός απλώς άθροιζε όλη την κατανάλωση μέσα και γύρω από το στάδιο. Βαθιά κρυμμένη στη μελέτη ήταν η πιο χρήσιμη εκτίμηση ότι ο δήμος του Άρλινγκτον θα εισέπραττε μόλις 1,8 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο σε φορολογικά έσοδα, ενώ θα ξόδευε 20 εκατομμύρια το χρόνο για τις επιχορηγήσεις του σταδίου.

Η Ζανέτ Μοτ Όξφορντ, που ήταν ακτιβίστρια εναντίον των επιχορηγήσεων πριν εκλεγεί στη γερουσία της πολιτείας του Μιζούρι, λέει πως είναι εύκολο για τους συναδέλφους της να παραπλανηθούν από κραυγαλέους ισχυρισμούς. «Δυστυχώς φαίνεται ότι οι αιρετοί αξιωματούχοι δεν ασχολούνται πολύ με τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων», εξηγεί. «Ο κόσμος πιστεύει την απειλή ότι θα χαθούν θέσεις εργασίας, ότι με κάποιο τρόπο η ομάδα θα μετακομίσει. Επίσης υπάρχει το στοιχείο υπερηφάνειας της κοινότητας, σχετικά με το τι σημαίνει να έχεις μια ομάδα. Νομίζω ότι αυτά πολύ συχνά κινητοποιούν τον κόσμο ό,τι κι αν λένε τα στοιχεία».

Ο χωρίς προσχήματα χειρισμός παίζει κι αυτός έναν ρόλο. Όπως ανακάλυψαν οι Κέβιν Ντελάνι και Ρικ Εκστάιν κάνοντας έρευνα για το βιβλίο τους «Δημόσια δολάρια, ιδιωτικά στάδια», οι δήμοι ήταν πολύ πιθανότερο να εγκρίνουν συμφωνίες επιχορήγησης εφόσον υπήρχαν ισχυρές «συμμαχίες ανάπτυξης» των ντόπιων πολιτικών και επιχειρηματικών ηγετών που ηγούνταν στις καμπάνιες για λογαριασμό των ιδιοκτητών. Ο Ντελάνι εξηγεί: «Αυτό μπορεί να κρατήσει τον ιδιοκτήτη της ομάδας πιο πολύ στο παρασκήνιο, έτσι που να μην είναι τόσο προφανής η ιδέα ότι θα υπάρξει κάποιο εταιρικό όφελος».

Οι επιχειρηματικοί ηγέτες είναι επίσης γνωστοί για τις προσφορές τους στις τοπικές πολιτικές καμπάνιες, φυσικά. Ωστόσο ακόμη και οι κριτικοί των σταδίων στην τοπική αυτοδιοίκηση λένε ότι η επιρροή που προκύπτει από την εταιρική πίεση δεν είναι απλώς ζήτημα εξαγοράς ψήφων. Για το βιβλίο μου «Field of Schemes», ρώτησα το γερουσιαστή της Μινεζότα Τζον Μάρτι πώς η ιδιοκτησία των Twins έπεισε το πολιτειακό νομοθετικό σώμα να εγκρίνει 387 εκατομμύρια δολάρια σε πόρους για δημόσιο στάδιο, αφού είχαν προηγηθεί πάνω από δέκα χρόνια επανειλημμένων απορρίψεων. «Ένας τρόπος άσκησης οργανωμένης πολιτικής πίεσης που είναι πολύ αποτελεσματικός είναι το ‘Ο μόνος τρόπος να ξεμπερδέψουμε μ’ αυτό το ζήτημα είναι να το δεχτούμε’, εξήγησε ο Μάρτι. Αλλά πέρα απ’ αυτό, σημείωσε, τα πανταχού παρόντα λόμπι βοήθησαν τους βουλευτές να απορρίψουν δημοσκοπήσεις που έδειχναν σταθερά ότι τα δύο τρίτα των κατοίκων της Μινεζότα αντιτίθενταν στις επιχορηγήσεις για στάδια. «Εξαιτίας των λόμπι, οι περισσότεροι βουλευτές δεν το πίστευαν αυτό. ‘Μπορεί να ισχύει σε επίπεδο πολιτείας, αλλά όχι στην περιφέρειά μου'». Η βασική επιρροή της οργανωμένης πολιτικής πίεσης των λόμπι, επέμεινε ο Μάρτι, ήταν λιγότερο να επηρεάσει απόψεις και πιο πολύ να παράσχει πολιτική κάλυψη. «Στρεβλώνουν την άποψή μας για το τι συμβαίνει στον κόσμο», είπε.

Ακόμη κι εκεί που οι αιρετοί αξιωματούχοι ήταν πιο έξυπνοι σε σχέση με την απόρριψη των επιχορηγήσεων, η αθλητική βιομηχανία τους παρακάμπτει όλο και περισσότερο. Πριν είκοσι χρόνια, οι περισσότερες αθλητικές επιχορηγήσεις είχαν τη μορφή άμεσων χρηματικών παροχών για τα κατασκευαστικά κόστη. Σήμερα είναι πιο πιθανό να πάρουν τη μορφή φοροαπαλλαγών, δωρεάς γης, αφορολόγητων κυβερνητικά χρηματοδοτούμενων δανείων ή εκπτώσεων που αντισταθμίζουν τα κόστη λειτουργίας και συντήρησης. Όταν η Λονγκ μελέτησε αυτές τις κρυφές επιδοτήσεις, βρήκε ότι προσέθεταν κατά μέσο όρο 40% στη δημόσια ονομαστική τιμή των αθλητικών εγκαταστάσεων. Τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα είναι τα νέα στάδια των Yankees και των Mets που άνοιξαν στη Νέα Υόρκη το 2009. Οι ιδιοκτήτες των ομάδων υποσχέθηκαν να πληρώσουν το σύνολο των 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τα κατασκευαστικά κόστη – αλλά αργότερα αποκαλύφθηκε ότι έπαιρναν αθροιστικά 1,8 δις δολάρια σε απαλλαγές μισθώσεων και φόρων έναντι των δαπανών.

Ο Τζιμ Ναγκούρνι, που πέρασε τρεις δεκαετίες διαπραγματευόμενος συμφωνίες για στάδια για λογαριασμό κυβερνητικών υπηρεσιών και ιδιοκτητών ομάδων, περιγράφει πώς βοήθησε τους αξιωματούχους του δήμου ως σύμβουλος των Los Angeles Rams, που τότε διαπραγματεύονταν τη μετακόμισή τους σε ένα νέο στάδιο στο Σεντ Λούις. «Είχαμε έναν πίνακα και σημειώναμε απαιτήσεις» για μια εκμίσθωση σταδίου, θυμάται. «Είπα ‘Παιδιά, μερικά απ’ αυτά τα πράγματα είναι τρελά’. Και ο Τζον Σόου, που ήταν τότε πρόεδρος των Rams –πανέξυπνος, πανέξυπνος τύπος– είπε ‘Μπορούν να μας πουν όχι. Ας τους τα ζητήσουμε'». Το αποτέλεσμα, που ο Ναγκούρνι ονομάζει «πιθανότατα η πιο σκανδαλώδης συμφωνία της χώρας» περιλάμβανε έναν όρο που απαιτούσε το νέο στάδιο να παραμείνει «στην αιχμή της τεχνολογίας» αλλιώς η ομάδα θα μπορούσε να σπάσει τη μίσθωση και να φύγει. «Ο δήμος δεν είχε καλή εκπροσώπηση – ο δήμος πάντα δεν έχει καλή εκπροσώπηση… Βάλαμε όλα αυτά τα γελοία πράγματα και ο δήμος δεν κατάφερε να πει ένα όχι σε τίποτα».

Ο λόγος που αυτή η δυναμική επαναλαμβάνεται είναι απλός, λέει ο Ναγκούρνι: οι δήμοι βασίζονται στις νομικές τους υπηρεσίες για να διαπραγματευτούν συμφωνίες για στάδια. «Ο νομικός του δήμου δε θα ξέρει πού είναι πράγματι τα λεφτά. Δε θα καταλάβουν τη διαφήμιση, δε θα καταλάβουν τις παραχωρήσεις – μια ολόκληρη σειρά ζητημάτων με τα οποία τα στελέχη των ομάδων είναι πλήρως εξοικειωμένα. Ξέρουν πού είναι τα λεφτά, ενώ οι δικηγόροι του δήμου δεν ξέρουν».

Παρά τους χτυπημένους από την ύφεση προϋπολογισμούς των πολιτειών και το γεγονός ότι οι περισσότερες ομάδες έχουν έδρες με ηλικία μικρότερη από είκοσι χρόνια, φαίνεται ότι δεν υπάρχει τέλος στο παιχνίδι των επιχορηγούμενων σταδίων. Οι ομάδες που πρόσφατα πήραν νέα στάδια έχουν αρχίσει να μπαίνουν πάλι στην ουρά για ακόμη πιο καινούργια στάδια. Τελευταία μπήκαν στη λίστα οι Atlanta Falcons (που στεγάζονται στο Georgia Dome, που χτίστηκε το 1992 με 214 εκατομμύρια δολάρια της πολιτείας) και οι St. Louis Rams (που έχουν έδρα το Edward Jones Dome, που άνοιξε το 1995 και κόστισε 280 εκατ. δολάρια). Οι Rams απειλούν να χρησιμοποιήσουν τον όρο της «αιχμής της τεχνολογίας» του Σόου και να φύγουν αν δε γίνει το δικό τους.

Για τον Μπάντι, η μόνη απάντηση είναι οι τοπικοί αιρετοί αξιωματούχοι να σταθούν στο ύψος τους και να πουν όχι στις απαιτήσεις για αθλητικές επιχορηγήσεις. «Νομίζω πως οι πόλεις πρέπει να συνασπιστούν και να πουν, κοιτάξτε, έχουμε κάποια αντισταθμιστική δύναμη, δεν πρόκειται να ανταγωνιστούμε μεταξύ μας για την παρουσία μιας επαγγελματικής ομάδας». (Ένα νομοσχέδιο που προτάθηκε από τον γερουσιαστή Ντέιβιντ Μίντζι στα τέλη του 1990 θα επέβαλε στις τοπικές αρχές να σταματήσουν τον «οικονομικό πόλεμο μεταξύ των πολιτειών», όπως τον ονόμαζε ένας αντιπρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Μινεάπολις, βάζοντας φόρο σε κάθε επιχορήγηση απ’ την οποία θα επωφελούνταν συγκεκριμένες επιχειρήσεις· το νομοσχέδιο απορρίφθηκε ησύχως). «Αν κάνουν αυτό, τότε τα επαγγελματικά πρωταθλήματα που κρατάνε το τελευταίο διαπραγματευτικό χαρτί – ‘Θα φύγουμε αν δε μας δώσετε αυτό που ζητάμε’ – δε θα έχουν πού να πάνε».

Αλλά παραδέχεται πως «αυτό απέχει ακόμη πολύ».

Νιλ Ντεμάουζε, The Nation, 27 Ιουλίου 2011

2 Comments

Αφήστε μια απάντηση