Το γραμμόφωνο, το μαγνητόφωνο και η εθνομουσικολογία

Δύο από τους κυλίνδρους που ηχογράφησε ο J.W. Fewkes το 1890 (Πηγή: Library of Congress)
Δύο από τους κυλίνδρους που ηχογράφησε ο J.W. Fewkes το 1890 (Πηγή: Library of Congress)

Ένα απόσπασμα από μελέτη του Φοίβου Ανωγειανάκη, δημοσιευμένη στην «Επιθεώρηση Τέχνης»(*) είναι όσα ακολουθούν – κατατοπιστικά για όσα αναφέρονται στον τίτλο, που βρίσκω ότι και αυτά πρέπει να βρουν τη θέση τους στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας»:

«Η εθνομουσικολογία δεν θα μπορούσε ν’ αναπτυχθή ως ανεξάρτητη επιστήμη αν δεν είχε εφευρεθή το γραμμόφωνο», υποστηρίζει ένας απ’ τους σημαντικώτερους εκπροσώπους της, ο Ολλανδός εθνομουσικολόγος Jaap Kunst.

Πραγματικά, κι αν ακόμα εκλάβουμε σαν ένα αφορισμό την παραπάνω φράση του Kunst, η βοήθεια του γραμμοφώνου -και σε συνέχεια του μαγνητοφώνου- είναι ανυπολόγιστη. Μόνο με το μηχανικό αυτό μέσο ο ερευνητής είναι σίγουρος για την ακρίβεια της «καταγραφής» του μουσικού υλικού. Και σήμερα δεν νοείται πια μουσική αποστολή χωρίς την βοήθεια του μαγνητοφώνου.

Χάρις σ’ αυτό μπορεί να διαφυλαχτεί σε μια καταγραφή, πέρα απ’ τα διαστήματα και τον ρυθμό, το ύφος της μουσικής. Ο έρρινος τρόπος λ.χ. με τον οποίο τραγουδά η γυναίκα στην Ινδονησία ή η υψηλή κεφαλική φωνή των Πυγμαίων, για ν’ αναφέρουμε δυο μόνον παραδείγματα. Στοιχεία, τόσο απαραίτητα για την μελέτη μιας μουσικής, όσο και η τονικότητα, τα διαστήματα και ο ρυθμός των μελωδιών της.

Η πρώτη χρησιμοποίηση του γραμμοφώνου, γι’ αυτόν τον σκοπό, έγινε στην Αμερική το 1889, από τον W. Fewkes, που κατέγραψε μελωδίες των Ινδιάνων Zuni.

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1894, χρησμιμοποιείται για πρώτη φορά και στην Ευρώπη, απ’ τον Ούγγρο B. Vikas, για την καταγραφή Ουγγρικής λαϊκής μουσικής.

Έκτοτε, την επιστημονική, με την βοήθεια του γραμμοφώνου και αργότερα του μαγνητοφώνου, συλλογή, κατάταξη, διαφύλαξη και έκδοση του εθνομουσικολογικού υλικού, αναλαμβάνουν τα διάφορα φωνογραφικά αρχεία που ιδρύονται σ’ όλο τον κόσμο. Αρχικά στην Αμερική, κατόπιν η Βιέννη, το 1899, απ’ τον E. Exner, στο Βερολίνο, το 1902, απ’ τον S. Stumpf κά.

Με βάση τα πλουσιώτατα φωνογραφικά αρχεία του Βερολίνου δημιουργείται, την επομένη του Πρώτου Πολέμου, η Γερμανική σχολή της «συγκριτικής μουσικολογίας» (vergleichente Musikwissenschaft). Ο E.M. von Hornbostel, μόνος του ή σε συνεργασία με τους O. Abraham και C. Stumpf, όπως και άλλοι εκδίδουν ένα πλήθος, πρότυπες στο είδος τους, εργασίες, στις οποίες μελετούν, συγκρίνουν και αναλύουν την μουσική διαφόρων εξωευρωπαϊκών λαών ή φυλών (την λεγόμενη «εξωτική» και «πρωτόγονη» μουσική)».


(*) Αριθ. τεύχους 124-125, Απρίλης Μάης 1965, Σελ. 284-285. Ο τίτλος της μελέτης αυτής του Φοίβου Ανωγειανάκη, που την συνόδευαν 32 σημειώσεις, ήταν «Η Εθνομουσικολογία και τα λαϊκά όργανα».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση