Για την συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Γήπεδο της ΑΕΚ στις 4 Ιουλίου 1966 υπό την αιγίδα του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας .2

Στο δεύτερο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου καταχωρώ σήμερα το τρίτο σχετικό δημοσίευμα της προδικτατορικής «Αυγής» – δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 6 Ιουλίου 1966 στην δεύτερη σελίδα και το υπέγραφε ο Τάσος Βουρνάς.

Δημοσίευμα τρίτο:

«Ρωμέϊκο πανηγύρι προχθές το βράδυ στο Γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Ήταν το αληθινό φεστιβάλ του λαού, η αποθέωση του τραγουδιού μας, της δημοκρατικής μας ευψυχίας, της λαχτάρας μας για ένα απρόσκοπτο και αδέσμευτο μέλλον του πολιτισμού. Πρώτος και καλύτερος συντελεστής την επιτυχία της προχθεσινής βραδυάς ο Μίκης Θεοδωράκης, η αστείρευτη αυτή βρυσομάνα της εθνικής μας μουσικής. Και κοντά του οι ποιητές μας: ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Λειβαδίτης, ο Καμπανέλλης, ο Χριστοδούλου κι οι λαϊκοί μας τραγουδιστές, παλαιοί και νέοι, ο Μπιθικώτσης, η Φαραντούρη, ο Πουλόπουλος, ο Μητροπάνος, η Μικτή Χορωδία Πειραιά. Ήταν κάτι ανεπανάληπτο στα χρονικά των Λαϊκών Συναυλιών της Αθήνας, ένα πολυάνθρωπο πανηγύρι πολιτισμού, όπου κι ο τελευταίος θεατής συμμετείχα ενεργά με τον ενθουσιασμό του, με την συγκίνησή του, με την χαρά του και με τα δάκρυά του ακόμα. Η τέχνη στην κατακόρυφη λειτουργία της, σαν πλάστρα της κοινωνικής συνείδησης, μετάγγισε προχθές στις 20.000 των ακροατών ιδέες φλογερές, γεμάτες πάθος και ζωντάνια, που τις έβλεπες να συγκινούν και να δονούν βαθύτατα το κοινό, σε μια θαυμαστή ενότητα συναισθήματος.

Ο Θεοδωράκης, όπως πάντα, ο θριαμβευτής της βραδυάς. Η σιλουέττα του μπροστά στην λαϊκή ορχήστρα, καθώς διευθύνει και οργανώνει τους ήχους, ζυμώνοντάς τους, θάλεγες, με τα εκφραστικά χέρια του, είναι ένα από τα οικεία σχήματα, εδώ και χρόνια για τα μάτια του κοινού. Το πελώριο κορμί του πάλλεται ολόκληρο στον ρυθμό, το πρόσωπό του καθρεφτίζει όλη την ένταση του πάθους της μουσικής του. Κι όταν αυτό το πάθος ώρες-ώρες κορυφώνεται, έρχεται κι η φωνή του, βγαλμένη αυθόρμητα από μέσα του, σαν βογγητό, να προστεθή στην πολυχρωμία του ήχου. Είναι καταπληκτική και ανεπανάληπτη η απήχησή του σαν δημιουργού στις μάζες. Αρκεί η εμφάνισή του για ν’ ανάβει την πυρκαϊά του ενθουσιασμού σε χιλιάδες ανθρώπους μαζεμένους σε ένα χώρο. Δεν πρόκειται για την «γοητεία» του προσώπου του, από εκείνες που έχουν σημειωθή συχνά μέσα στα μαζικά κινήματα. Όχι. Πρόκειται περί δίκαιης επιβράβευσης προς ένα καλλιτεχνικό μέγεθος και ένα καταξιωμένο έργο, που βρήκε κατ’ ευθείαν τον στόχο του και ανέδειξε σπάταλα τα συστατικά στοιχεία της Ρωμιοσύνης μας. Κοντά σ’ αυτά, το γεγονός ότι ένας αγωνιστής δεν αφήνει ασυγκίνητες τις μάζες, και ιδιαίτερα τους νέους μας που διψούν συνεχώς για κάτι καινούργιο και ανεπανάληπτο. Κι αυτό τους το δίνει απλόχερα ο Θεοδωράκης, αναρριπίζοντας την φλόγα της δημοκρατικής ευψυχίας του Έθνους με τα φτερά της τέχνης του.

«Επιτάφιος», «Επιφάνεια», «Άξιον Εστί», «Μαουτχάουζεν», «Ρωμιοσύνη». Οι μεγάλοι σταθμοί της δημιουργίας του Θεοδωράκη μέσα στην τελευταία πενταετία παρόντες. Οι αδροί και αντρίκιοι τόνοι της μουσικής του αιφνιδιάζουν την καλοκαιριάτικη νύχτα, κόβουν την ανάσα των ακροατών. Οι «βάρβαροι», σαν ιαχή, τόνοι των μπουζουκιών καθώς ορμούν κατά πάνω μας, ξαπολυμένοι από τα θαυματουργά δάχτυλα του Καρνέζη και του Παπαδόπουλου, πέφτουν πάνω στο στήθος μας σαν γροθιές και μας κόβουν την ανάσα από ρωμέϊκη ευφροσύνη. Τούτο το κοινό … έχει την δική του αγωγή, την δική του συναισθηματικότητα, τις δικές του αντιδράσεις. Άλλοτε βυθίζεται βουβό μέσα στην θάλασσα των ήχων κι άλλοτε όταν αναγνωρίζει τόνους που έχουν ζυμωθή με την ζωή του, με τα πάθη του, με την ιστορική και εθνική του μνήμη αγώνων, ξεσπά ακράτητο με ιαχές και χειροκροτήματα ρυθμικά ή καταρρακτώδη. Και πραγματικά δεν αισθάνεσαι ενοχλημένος που διακόπτεται ο μουσικός χείμαρρος. Γιατί τούτες οι εκδηλώσεις, τούτα τα χειροκροτήματα που υπογραμμίζουν και πλαισιώνουν τόνους, ζυμωμένους πια με το αίμα μας, είναι η συνέχεια της μουσικής, όπως σε μια συμφωνία έρχεται ο βρόντος του τυμπάνου να καλύψει τον ήχο των οργάνων ή όπως ο κεραυνός σκεπάζει την μουσική της καταιγίδας και του ανέμου. Είναι μια ιδιότυπη συμφωνία νεοελληνικής λεβεντιάς, καμωμένη από καταρράκτες μουσικής, από ιαχές του πλήθους και από χειροκροτήματα, δόξα και νίκη του Θεοδωράκη απάνω στα στοιχεία που συνθέτουν τον μαγικό κόσμο των ήχων.

Είναι πολύ φτηνή και τριμμένη η λέξη «μυσταγωγία» για να εκφράσει την προχθεσινή ευφροσύνη του κοινού. Ήταν μια εθνική λειτουργία που θυμίζει τις μεγάλες μουσικές εξάρσεις του Γένους, ένα «Τη υπερμάχω» ή τον μουσικό και ποιητικό ωκεανό του δημοτικού μας τραγουδιού. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι, με ολάνοιχτα τα στήθη, ρουφούσαμε, ρουφούσαμε ήχο και ποίηση και δεν χορταίναμε. Κι όταν στο τέλος άρχισαν να πέφτουν, απανωτοί σαν σφυριές, οι στίχοι της «Ρωμιοσύνης» του Ρίτσου φερμένοι σαν σε λιτανεία πάνω στα φτερά της μουσικής του Θεοδωράκη, τότε νοιώσαμε σε όλη της την ένταση την υπερηφάνεια να είσαι Έλληνας αγωνιστής αφοσιωμένος στον τόπο σου, τον λαό σου και το μέλλον του. Είκοσι χιλιάδες άνθρωποι στην πλειοψηφία τους νέοι, η οργισμένη σπορά της Αντίστασης, όρθιοι και με δάκρυα στα μάτια επευφημούσαν και χειροκροτούσαν τους στίχους του ποιητή, καθώς ανάβλυζαν σαν καταρράκτης μέσα από την μουσική:

«Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει…».

Μνήμες αγώνων από το ’21, την Αντίσταση, τους σημερινούς για την Δημοκρατία, ορμούν μέσα μας και μας αρπάζουν την ψυχή. Αυτοί οι νεκροί που κείτονται κάτω από το χώμα και, κατά τον ποιητή, κρατούν το σκοινί της καμπάνας ενός μελλοντικού θριάμβου, δεν γίνεται, θα το σύρουν μια μέρα για να σημάνουν την νίκη. Μας το υπόσχεται η ποίηση· μας το υπόσχεται η μουσική, που είναι προφητεία για το αύριο που τραγουδούν…».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση