Η περίοδος 27 Απριλίου 1941 έως 12 Οκτωβρίου 1944 στη Νέα Φιλαδέλφεια .28

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μια επιστολή σχετικά με τα παιδιά της Πρωτεύουσας δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα στις 8 Ιανουαρίου 1942. Την υπογράφει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Παστέρ γιατρός Καμινόπετρος. Ο Γιάννης Καιροφύλας στο βιβλίο του Η Αθήνα του ‘40 και της Κατοχής, αναφέρει ότι ο γιατρός Καμινόπετρος γράφει για τα παιδιά της Πρωτεύουσας: “Εις τους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών γυρίζουν και μάλιστα πολλάς φοράς εις μακράς σειράς παιδία, τα περισσότερα άνω των 10 ετών, ελεεινά και κάτισχνα. Επαιτούν πάντοτε και παίρνουν από τους βιαστικούς διαβάτας χάρτινες δραχμές, αλλά πολλές φορές θα τα έχετε δει και σεις να ψάχνουν στα σκουπίδια να βρουν κάτι φαγώσιμο ή και να πέφτουν κατά σμήνη σαν πεινασμένοι γλάροι πάνω στις λαμαρίνες των πωλητών των μαύρων αυτών κατασκευασμάτων, μορφής πλακουντίων, να αρπάσουν ένα κομμάτι το οποίον ασφαλώς θα τους κόψει τα έντερα”. “Περιγράφει όλες αυτές τις γνωστές σκηνές των δρόμων της Αθήνας ο γιατρός Καμινόπετρος”, σημειώνει ο Γιάννης Καιροφύλας, “επισημαίνει τους κινδύνους της δυσεντερίας και του τύφου και προτείνει μέτρα. Λέει να κλειστούν τα παιδιά στο Εμπειρίκειο. Αλλά δεν λέει πόσα να πρωτοκλειστούν. Γιατί αυτή τη δουλειά κάνουν όλα τα παιδιά [της Πρωτεύουσας]: Ψάχνουν στα σκουπίδια” (βλ. σελ. 180).

Δίνω και πάλι τον λίγο στον Σπύρο Κωτσάκη, τον μετέπειτα καπετάν Νέστορα του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ (Αθήνας), αυτή τη φορά για να πληροφορηθούμε τι έχει να μας πει για τα συσσίτια: “Από τις αρχές του φθινοπώρου [του 1941] έχει αναπτυχθεί το κίνημα για την οργάνωση συσσιτίων. Ραγδαία θα πάρει παλλαϊκό χαρακτήρα. Όλοι: δημόσιοι υπάλληλοι, φοιτητές, τραπεζικοί, υπάλληλοι οργανισμών κοινής ωφέλειας, εργάτες, επιστήμονες, καλλιτέχνες, αξιωματικοί, συνταξιούχοι, ακόμη και οι αθλητές προσπαθούν να οργανώσουν, να διατηρήσουν, να καλυτερέψουν τα συσσίτιά τους. Με τον αγώνα για τα συσσίτια διεξάγεται βασικά η σκληρή μάχη ενάντια στη φοβερή πείνα., η μάχη για την επιβίωση στην Αθήνα. Είναι η νόμιμη μορφή αντίστασης και πάλης του λαού της Αθήνας και του Πειραιά. Σ’ όλα τα γραφεία, τα σχολεία, στις συνοικίες, στις επιχειρήσεις, λειτουργούν συσσίτια. Το κατσαρολάκι για το συσσίτιο, τα φασόλια και το λάδι που θα ‘χει μέσα, το πόσα δράμια ψωμί θα μοιράσουν είναι το θέμα της ημέρας. Πρόβλημα ζωής ή θανάτου. Στις 17 Νοέμβρη [1941] ξεσπάει η απεργία των φοιτητών Πολυτεχνείου, Πανεπιστημίου, Παντείου. 4.500 περίπου παίρνουν μέρος με αιτήματα το συσσίτιο και το ηλεκτρικό για να διαβάζουν. Κράτησε παρά τις απειλές και την τρομοκρατία 7 ημέρες κι έληξε με νίκη. Δόθηκε 2 κιλοβάτ ηλεκτρικό ρεύμα για κάθε φοιτητή και το συσσίτιό τους καλυτέρεψε. Στα τέλη Δεκέμβρη οι ανάπηροι και τραυματίες, που είναι χιλιάδες στα Νοσοκομεία της Αθήνας, θ’ αρχίσουν τη μεγάλη μάχη για την επιβίωσή τους με απεργία πείνας για τα τρόφιμα και τα φάρμακα. Θα συνεχιστεί με διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας στις 8 και 26 Γενάρη [του 1942]. Στις 26 Γενάρη [1942] πάνω από 6.000 ανάπηροι-τραυματίες και πολύς κόσμος μαζί τους διέσχισαν το κέντρο και έφθασαν στην πλατειούλα μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη, στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής Διανομών, που έκανε δεκτά όλα τα αιτήματα” (βλ. Σπύρος Κωτσάκης, Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή 1986, σελ. 69).

Ο Σπύρος Κωτσάκης ήταν γραμματέας τότε της 5ης αχτίδας, που έπιανε Καλλιθέα, Κουκάκι, Γαργαρέτα, Πλάκα, Νέο Κόσμο, Δουργούτι, Νέα Σμύρνη, Παλαιό Φάληρο, Τζιτζιφιές, Παλαιά Σφαγεία, Νέα Σφαγεία, Μοσχάτο. Ας κρατήσει ο αναγνώστης το τι γράφει ο Σπύρος Κωτσάκης για την εμφάνιση του EAM, την πείνα, τα συσσίτια και ας τα συγκρίνει με τη γραφή του Σάββα Σταματιάδη στο Ιωνιώτες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, έκδοση του Παραρτήματος της Νέας Ιωνίας της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης το 1998, σελ. 45-50, ο οποίος δεν αναφέρεται στην εμφάνιση του ΕΑΜ και το τι εξ αυτού προκλήθηκε (αλλά και στην εμφάνιση της “Εθνικής Αλληλεγγύης” και του Εργατικού ΕΑΜ που προηγήθηκαν του Μεγάλου ΕΑΜ) και προσπερνά την πείνα και τον θάνατο, τα συσσίτια και την εκπτώχευση του κόσμου και της πατρίδας από τη ληστρική συμπεριφορά της Γερμανοϊταλικής Κατοχής και τη Μαύρη Αγορά, με φράσεις: “Η επισιτιστική κατάσταση ήταν δραματική και επηρέασε αρνητικά την προσπάθεια ανασυγκρότησης [της κομματικής οργάνωσης] τουλάχιστον στα πρώτα βήματα (βλ. σελ. 45) και “Την ίδια περίοδο, η οργάνωση στους τόπους δουλειάς, η πάλη για τα προβλήματα των εργαζομένων και των πολιτών συνεχίστηκε αποτελεσματικά. Είχε ξεπεραστεί η τραγική επισιτιστική περίοδος του 1941” (βλ. σελ. 46). Αντιπαρατιθέμενος σε αυτά έχω ήδη σημειώσει τα ακόλουθα, μετά την παράθεση των επίσημων στοιχείων για τους θανάτους από πείνα τα έτη 1941, 1942, 1943, 1944 στη Νέα Φιλαδέλφεια: “Από τα ίδια αυτά στοιχεία προκύπτει ο σωτήριος ρόλος των συσσιτίων που εν τω μεταξύ είχαν διεκδικηθεί και εγκαθιδρυθεί στα σχολεία, στα εργοστάσια κλπ. Και η Αρχιεπισκοπή Αθηνών (ΕΟΧΑ) ανέθεσε στην Σοφία Καπέλλα των Οδηγών την ίδρυση εξωσχολικών συσσιτίων για παιδιά ηλικίας μέχρι 16 χρόνων. Η αγωνίστρια δασκάλα της πόλης μας Κατίνα Μαμέλη μνημονεύεται για τον δικό της σημαντικό ρόλο στα συσσίτια των σχολείων. Ο πατέρας μου συχνά μού έκανε λόγο για την Εαμική συμβολή στη σωτηρία του λαού από την πείνα: ο ίδιος πρόσφερε γι’ αυτή την υπόθεση στη Μικρασιατοπροσφυγική Καλλιθέα – στο διάβα των χρόνων γνώρισα τους Εαμικούς συναγωνιστές του και τους κομματικούς του συντρόφους σ’ αυτή την προσπάθεια (Κώστας Π. Παντελόγλου, Πλατεία Πατριάρχου, η καρδιά της Νέας Φιλαδέλφειας, Κέντρο Ιστορίας Νέας Φιλαδέλφειας [Κ.Ι.ΝΕ.ΦΙΛ.] 2017, σελ. 116).

Ας ρίξουμε τώρα λίγο φως και σε ένα άλλο ζήτημα του βίου των πολιτών οι οποίοι αντιμετώπιζαν από τη μια την ληστρική Γερμανοϊταλική Κατοχή και τη Μαύρη Αγορά, αλλά από την άλλη τους λωποδύτες. Γράφει ο Γιάννης Καιροφύλας σχετικά: “Οι λωποδύτες κάνουν θραύση. Έχουν κι αυτοί ανάγκες. Γδύνουν λοιπόν σπίτια και μαγαζιά. Στις 12 Ιανουαρίου 1942 μπουκάρουν στο θέατρο Μακέδου. Κλέβουν από το γραφείο ενάμιση εκατομμύριο και από το βεστιάριο ενδυμασίες αξίας περίπου ενάμιση εκατομμυρίου. Το κακό ήταν ότι βρήκανε το συσσίτιο των ηθοποιών και το φάγανε. Σίγουρα ήταν η μεγαλύτερη απώλεια” (βλ. σελ. 182).

Ο Κώστας Βάρναλης αφιέρωσε στο θέμα το χρονογράφημά του της 16ης Ιανουαρίου 1942 στην εφημερίδα Πρωΐα, το οποίο είχε τον τίτλο “Λάχανα και παλτά”, όπου σημειώνονταν τα ακόλουθα: “Οι δύο αυτοί άσχετοι ως τα τώρα κόσμοι, τα λάχανα και τα παλτά, βρεθήκανε ξαφνικά “σύντροφοι εν όπλοις”. Τους πλησίασε και τους συνέδεσε η ίδια μοίρα: ο κίνδυνος της κλοπής. Γιατί με την έλλειψη αφενός και με την ανατίμηση αφετέρου όλων των ειδών, τα λάχανα και τα παλτά πήρανε μεγάλη αξία και γίνανε ο στόχος των λωποδυτών. Τα λάχανα βρίσκονται στα περιβόλια, τα παλτά στις κρεμάστρες. Τεράστια τοπικά απόσταση χωρίζει αυτούς τους δύο θησαυρούς. Τα λάχανα κλέβονται τη νύχτα, τα παλτά βουτιούνται την ημέρα. Τεράστια λοιπόν και η χρονική απόσταση που χωρίζει τα δύο πολεμικά πεδία. Κι όμως, όπως είπαμε, ο κίνδυνος τα συνδέει σ’ ένα ενιαίο μέτωπο. Οι κουρσάροι των περιβολιών στις εξοχικές συνοικίες και στα προάστια δουλεύουνε τη νύχτα. Και η δουλειά γίνεται όχι πολύ αργά. Απάνου στον πρώτο ύπνο των νοικοκυραίων. Γιατί με την αφωτισιά των δρόμων “κουρνιάζουνε” όλοι οι ξωτάρηδες νωρίς, ενώ οι λωποδύτες “αγραυλούν”. Πηδούνε τις μάντρες (φυσικά όταν δεν υπάρχει σκυλί) και λεηλατούν τα κουνουπίδια, τις μάπες, τα πράσα, τα μανταρίνια, τα λεμόνια. Τα τσουβαλιάζουν όλ’ αυτά, τα φορτώνονται στην πλάτη και την άλλη μέρα τα μοσχοπουλάνε στην άλλη άκρη της γης – κι επιμένουν στις “μαύρες τιμές”, γιατί “δεν τους συμφέρει παρακάτου”. Οι επιχειρήσεις εναντίον των παλτών γίνονται την ημέρα. Όσο χρειάζεται στο σκοτάδι στους λαχανοκουρσάρους για να μη φαίνονται, τόσο χρειάζεται το φως στους παλτοθήρες για να φαίνονται. Αυτοί οι τελευταίοι παριστάνουν τον ζητιάνο. Και φυσικά, μονάχα την ημέρα μπορούνε να μπαίνουνε “με το ελεύθερο” στις αυλές των σπιτιών, ν’ ανεβαίνουνε τις σκάλες της υπηρεσίας ή να χτυπάνε το κουδούνι της κυρίας εισόδου. […] Όσα παραδείγματα αναφέρω είναι γεγονότα. Φυσικά, υπάρχουνε πλήθος άλλα που τα ξέρουνε μόνο οι παθοί. Χτυπάνε το κουδούνι […]. Η νοικοκυρά ανοίγει την πόρτα. Και ιδού παρουσιάζετται η ελεεινή φάτσα του ψευτοζητιάνου αξούριστη και άπλυτη. Ο κουρελής προβάλλει το τενεκεδάκι του και ζητεί λίγο φαγάκι. “Περίμενε μια στιγμή”, του λέει η νοικοκυρά. Και μπαίνει μέσα να του βάλει μερικά ρεβύθια στο τενεκεδάκι. Όταν όμως γυρίσει πίσω, ο “δυστυχής” άνθρωπος είχε γίνει άφαντος. Είχε αρπάξει το παλτό του κυρίου από την κρεμάστρα και άφησε στην πονετικιά κυρία το τενεκεδάκι του για ξεπληρωμή. […] Μια άλλη νοικοκυρά είχε ανέβει στην ταράτσα να κατεβάσει κάρβουνα για το τζάκι. Άφησε όμως την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή. Ένα λεφτό θα έλειπε. Όμως όλα τα δυστυχήματα γίνονται σε διάστημα μικρότερο από ένα δευτερόλεφτο. Ο “ζητιάνος” ανέβηκε σιγά την [σκάλα υπηρεσίας], είδε την πόρτα ανοιχτή, βούτηξε από το τζάκι τον τέντζερη με το φαγί […] κι έγινε άφαντος. Βλέπετε πως οι γυναίκες είναι τα κύρια θύματα των ψευτοζητιάνων και πως αν οι ψευτοζητιάνοι αυτοί δεν βρούνε παλτά (που είναι ολάκερη περιουσία), βουτάνε ό,τι άλλο τύχει μπροστά τους. Το ίδιο και οι κουρσάροι των περιβολιών δεν παίρνουνε μονάχα τα λάχανα, παρά και τις όρνιθες αν υπάρχει κοτέτσι κι αν η νύχτα είναι θυελλώδης και το νερό πέφτει ανελέητο. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που την παθαίνουνε κι οι άντρες και μάλιστα οι έξυπνοι. Στο χωλλ κάποιας εφημερίδας μπήκε με το σούρουπο ο επιχειρηματίας των παλτών. Τα ηλεκτρικά φώτα δεν είχαν ανάψει ακόμα και σκότος “ψηλαφητόν” επικρατούσε και στα γραφεία και στον διάδρομο. Όλοι οι συνάδελφοι ήσαν μαζεμένοι σ’ ένα γραφείο και κουβεντιάζανε χωρίς να βλέπονται. Ο “ψηλαφητής του σκότους” προχώρησε στον διάδρομο (φυσικά, δεν τον είδε κανένας) κι από το πρώτο γραφείο που βρέθηκε μπροστά του άρπαξε το καλύτερο παλτό του πιο θερμού νέου. Κι έφυγε, όπως ήρθε. Συμπέρασμα: Δυσπιστείτε στους ζητιάνους της ημέρας και στους επισκέπτες του δειλινού. Κι όσοι έχετε περιβόλια και κήπους και δεν έχετε σκύλο, να φάτε τα λαχανικά σας άγουρα, πριν τα φαν οι άλλοι ώριμα” (βλ. και Κώστας Βάρναλης, Χρονογραφήματα Φέιγ Βολάν της Κατοχής, Επιλογή Εισαγωγή Επιμέλεια Γιώργος Ζεβελάκης, Εκδόσεις Καστανιώτη 2007, σελ. 25-28, αλλά και Κώστας Βάρναλης, Αστυνομικά 265 χρονογραφήματα (1939-1957) εμπνευσμένα από το αστυνομικό δελτίο, Φιλολογική επιμέλεια-κείμενα Νίκος Σαραντάκος, Εκδόσεις Αρχείο 2017, σελ. 57-58).

(Ακολουθεί συνέχεια)

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.