Σμύρνης αξιοσημείωτα (από δημοσίευμα περιοδικού των Αθηνών το έτος 1866) .3

Καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» το τρίτο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – χτες και προχτές καταχώρησα τα άλλα δύο μέρη.

«Αποφασίσας να αναβώ εις τον Επάνω Μαχαλάν (συνοικίαν ήτις κείται εν τη αρχαία πόλει) περί μεσημβρίαν, διήλθον μέγα μέρος του τζαρσίου, ήτοι της αγοράς, λαβυρίνθου εχούσης εκατέρωθεν μικράς αποθήκας και εργαστήρια, εν οις πωλούνται διάφορα υφάσματα και τρωγάλια και άλλα πράγματα. Ένθεν μεν βλέπεις Αρμένιόν τινα επί των γονάτων του οκλάζοντα και πωλούντα μετάξας ή φέσια· ένθεν δε Γραικόν τινα πωλούντα καπνόν. Παρέκει Οθωμανόν τινα έχοντα επί λευκοτάτου μαρμάρου εκτεθειμένον χαλβάν ή άλλα γλυκίσματα, μετ’ αυτόν μεταπράτην τινά ή παντοπώλην προσκαλούνται δι’ οχληρών κραυγών θαμώνας, ύστερον Ηπειρώτην τινά φουρνάρην εκτυλίσσοντα τα περίφημα της Σμύρνης κατιμέρια του, κατόπιν Πέρσην τινά καπνίζοντα ήρεμα την νικοτιανήν του και πωλούντα σάλια και άλλα της Λαχώρης υφάσματα, μετ’ αυτόν έμπορον αθυρμάτων εκθέτοντα πλήθος τοιούτων προ πεντάδος λευκοπέπλων Οθωμανίδων και ούτως εφεξής.

Διήλθον λοιπόν πιέζων και πιεζόμενος το λαβυρινθώδες αυτό τζαρσί, και έλαβον την προς την Ιουδαϊκήν συνοικίαν άγουσαν οδόν. …

Καταλιπών (δε) τους Εβραίους … εισήλθον εις την Γραικικήν συνοικίαν, ήτις αποτελεί τον Επάνω Μαχαλάν, και ήτις σύγκειται εκ πεντακοσίων περίπου οικιών παλαιοκτίστων κατά μέγα μέρος και σαθρών, οικομένουν δ’ ως επί το πολύ υπό απόρων και χειρωνάκτων.

Εν τω μέσω της συνοικίας ταύτης κείται η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ούσα ίσως και η αρχαιοτέρα της Σμύρνης, αλλά κατ’ επιγραφήν τινά προ της εισόδου σωζομένην, η εκκλησία αύτη ανωκοδομήθη αρχιερατεύοντος Σμύρνης Ανθίμου του Ναξίου, εν έτει 1804, τη προστασία των βεηζαδέδων Παναγιώτου και Δημητρίου των Μουρουζών. Οι Φαναριώται της εποχής εκείνης δεν ωμοίαζον προς τους της νυν· ό,τι καλόν επράττετο αυτοί ήσαν οι πρώτοι εργάται του· αλλά τώρα όπου μικρορραδιουργία και φαυλότης εκεί πρώτοι παρίστανται οι Φαναριώται…

Ο ναός του Αγίου Ιωάννου θαυμάζεται δια το ωραίον τέμπλον αυτού, όπερ τω 1805, κατεσκευάσθη, και το οποίον είναι εκ ξύλου καρυάς, μετά μεγίστης τέχνης γεγλυμμένον. Άνθη πολυποίκιλα και εικόνες διάφοροι της τε ενανθρωπίσεως και του πάθους του Σωτήρος εισί τοσούτω τεχνηέντως επ’ αυτού γεγλυμμέναι, ώστε θαυμάζει τις την πείρα του αριστοτέχνου εκείνου και την υπομονήν του όπως περατώση το καλλιτέχνημα τούτο.

Εν τω επιτροπικώ της εκκλησίας ταύτης, επέδειξάν μοι πολύτιμον Ευαγγέλιον εν μεμβράνη του εβδόμου μετά Χριστόν αιώνος, του οποίου εκτός της ωραίας γραφής εθαύμασα τα χρυσοποίκιλτα δια της γραφίδος κοσμήματα και τας εν αυτώ εικόνας των τεσσάρων Ευαγγελιστών, την ζωηρότητα και λεπτότητα των οποίων αδύνατον μοι είναι να παραστήσω. Εν δε τω τέλει του Ευαγγελίου αναγινώσκονται τα επόμενα: «Το παρόν άγιον Ευαγγέλιον πέφυκε Γερασίμου Μητροπολίτου Φιλιππουπόλεως υπερτίμου πόθω πολλώ και επιμελεία εξ οικείων αυτού αναλωμάτων, μάλλον δε των του Θεού δωρεών κατασκευασθέν και κοσμηθέν εκ χρυσού και αργύρου, γραφέν δε τη αυτού προτροπή χειρί Δανιήλ Μοναχού και τελειωθέν μηνί Δεκεμβρίου ΙΗ’, Ινδικτίωνος ΙΒ’ εν έτει Σωτηρίω ΩΖ’, βασιλεύοντος του ευσεβεστάτου κυρίου Μιχαήλ των Παλαιολόγων και Μαρίας Αυγούστης». – Δευτέρα τις σημείωσις αναφέρει ταύτα: «Το παρόν άγιον Ευαγγέλιον εκοσμήθη και εκαλλωπίσθη το δεύτερον δι’ αργυρού δεσίματος όλον το έξωθεν δαπάνη του πανιερωτάτου Μητροπολίτου της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Εφέσου, υπερτίμου και εξάρχου πάσης Ασίας κυρίου Μελετίου Πετροκοκκίνου του ποτέ Λουκά και κτήτορος της αγίας Εκκλησίας ταύτης του Μεγάλου Βασιλείου. Εν έτει σωτηρίω αψοθ’, κατά μήνα Σεπτέμβριον, Ινδικτίωνος ιγ'». – Τρίτη δε σημείωσις του πρώην Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ανθίνου αναφέρει ότι το Ευαγγέλιον αυτό ηγοράσθη υπό τινων Αγαρηνών.

Εκτός του Ευαγγελίου μοι είπον ότι υπάρχουσι και έτερα αρχαία επί μεμβράνης βιβλία, τα οποία όμως δεν εδυνήθην να ίδω δια την απουσίαν του φυλάσσοντος αυτά εφόρου· αλλά και εν τω ναώ της Αγίας Φωτεινής υπάρχει Παλαιά τις Διαθήκη, ανήκουσα, ως εκ της γραφής φαίνεται, εις εποχήν αρκούντως μεμακρυσμένην, και της οποίας όμως λείπουσι και τα πρώτα και τα ύστατα φύλλα, ώστε αγνοούμεν πότε εγράφη και ποίος ήν ο τοσούτον υπομονετικός αντιγραφεύς εκείνος, όστις υπέμεινε να αντιγράψη το και αναγινωσκόμενον μόνον απαιτούν Ιώβειον υπομονήν πολυσέλιδον εκείνο βιβλίον.

Επειδή δε ο λόγος περί χειρογράφων, δεν κρίνω άσκοπον να προσθέσω ενταύθα ότι, καθ’ α με επληροφόρησαν, πολυτιμώτατόν τι αρχαίον Ευαγγέλιον ευρεθέν πρό τινος εν Εφέσω, εις το σπήλαιον εν τω οποίω η παράδοσις αναφέρει κοιμηθέντας τους Επτά Παίδας, σώζεται εις το χωρίον Κερκετζέν, μεγάλης τιμής απολαύον παρά των κατοίκων, υπολαμβανόντων αυτό ως αυτόγραφον των Ευαγγελιστών.

Βεβαίως η Σμύρνη, ούσα μία των Επτά Εκκλησιών της Ασίας, θα περιείχε πολλά και ποικίλα του αρχαίου χριστιανισμού ενθύμια· αλλ’ ο κατακλύσας αυτήν βαρβαρισμός, συγκατέκλυσε και αναμνήσεις και κειμήλια, και ουδέν άλλο αφήκεν ειμή ίχνη καταστροφής· αν δε περιεσώθη τι ως εκ θαύματος, τούτο δεν έλειψαν οι καλοί Ευρωπαίοι να παραλάβωσι και μεταφέρωσιν εις τα ίδια, αδιαφορούσης ολοσχερώς εις τούτο της εγχωρίου Διοικήσεως, ήτις μόνον περί εισπράξεως φόρων και περί επιβολής νέων τοιούτων μεριμνά…».

Τέλειωσε εδώ και το τρίτο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – αύριο θα καταχωρήσω το τέταρτο (και τελευταίο) μέρος.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση