Μερικά του Ασημάκη Πανσέληνου για τον Κώστα Βάρναλη

Όσα σήμερα εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», θα καταχωρήσω, τα έχει γράψει ο Ασημάκης Πανσέληνος και αναφέρονται στον Κώστα Βάρναλη, που γεννήθηκε σαν σήμερα πριν ακριβώς 130 χρόνια, στις 14 Φεβρουαρίου 1884. Ο Ασημάκης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Μυτιλήνη, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, δικηγόρησε πολλά χρόνια, μελέτησε μαρξισμό κοινωνιολογία φιλοσοφία και λογοτεχνία, έγραψε ποίηση πρόζα κριτική δοκίμιο, έλαβε μέρος στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του, ταξίδεψε στην δύση και την ανατολή μετέχοντας κάποτε και σε παγκόσμια συνέδρια, αντιπρόσωπευσε ένα διάστημα τον λαό της Λέσβου στην Βουλή των Ελλήνων…

Ας διαβάσουμε λοιπόν μερικά απ’ όσα έγραψε για τον Κώστα Βάρναλη και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του με τίτλο «Τότε που ζούσαμε…» (Εκδόσεις Κέδρος), το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1974 – κρατούσε ακόμη η δικτατορία των συνταγματαρχών μόνο που στο τιμόνι δεν καθόταν πια ο Γεώργιος Παπαδόπουλος μα ο Δημήτριος Ιωαννίδης:

«Τα χρόνια εκείνα (του ’30 δηλαδή) το είδωλο της νεανικής αδιαλλαξίας μας ήταν ο Κώστας Βάρναλης, με το «Φως που καίει», τον «Λαό των Μουνούχων», τους «Σκλάβους Πολιορκημένους», τον «Σολωμό χωρίς μεταφυσική». Τα δυο πρώτα τα είχε εκδόσει με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, και θυμούμαι πόσο ερέθιζε την φαντασία μου ένα σκίτσο που του είχε φτιάξει ο Αντώνης Πρωτοπάτσης κι είχε στην απάνω δεξιά γωνιά του μια τανάλια!

Ύστερα εκείνη η έκπληξη που δοκιμάσαμε λίγοι φίλοι, όταν μια μέρα μας τον σύστησε πάλι ο Αντώνης (ο Πρωτοπάτσης), στην βεράντα του Ζαππείου. Ήταν ένας κομψός, με μέτριο ανάστημα κύριος, με σβέλτη κορμοστασιά και ήμερη μαλακή φωνή. Εμείς τον φανταζόμαστε κανέ γίγαντα, να ανοίγει το στόμα του και να τρέμουν οι τοίχοι. Ένοιωθα μια ευφροσύνη που η ζωή της Αθήνας είχε κάτι τέτοιες ευκαιρίες.

Θυμούμαι και κάτι άλλο από κείνη την ιστορία. Κάμποσοι άλλοι φίλοι, που μάθαν την γνωριμιά μου με τον Βάρναλη, μαζεύτηκαν μια μέρα και με πήραν να πάμε να τον γνωρίσουν και κείνοι. Πήγαμε στην Δεξαμενή και τον είδαμε να παίζει τάβλι με κάποιον άγνωστό μας – νομίζω τον καφετζή. Δεν τολμήσαμε να τον διακόψουμε. Τους τον έδειξα από μακρυά και φύγαμε. «Τον μπαγάσα», είπε κάποιος!

Κοντά 40 χρόνια έχουν περάσει από τότες. Τον Κώστα Βάρναλη τον γνώρισα αργότερα από πολύ κοντά, γίναμε φίλοι, τον θεωρώ δάσκαλό μου όχι με την έννοια που τον αποκαλούν οι θαυμαστές του, παρά γιατί το έργο του επηρέασε την μικρή πνευματική μου δραστηριότητα, και κράτησε την σκέψη μου στην δική του αντίληψη της ζωής.

Παιδί ακόμα είχα διαβάσει το «Φως που καίει» στην Μυτιλήνη κι έγραψα στις «Λεσβιακές Σελίδες» ένα άρθρο (διαμαρτυρία για την παύση του ποιητή από την θέση του) όπου υποστήριζα πως με το έργο του, περνώντας πάνω απ’ όλη την Νεοελληνική ποίηση, συναντιέται με την αρχαία. Μερικά λυρικά του, δεν ξέρω πώς, μου θυμίζουν και σήμερα, χορικά από τις τραγωδίες του Σοφοκλή. Ο Μυριβήλης διαβάζοντας το άρθρο εκείνο, μου είπε πως είμαι υπερβολικός, πλην όμως και μέσα σε τούτη την παρατήρηση υπήρχε η παραδοχή πως οπωσδήποτε ο λυρισμός του είναι πέρα από τα Νεοελληνικά μέτρα.

Και τώρα που κρίνω με την υποτιθέμενη πείρα των χρόνων που πέρασαν, βρίσκω πως μες στην άποψη εκείνη την παιδική, υπήρχε πολλή αλήθεια, γιατί ο λυρισμός του Βάρναλη αν δεν φτάνει σε δύναμη τον λυρισμό των αρχαίων, είναι όμως από την ίδια ποιότητα – ελληνικός. Ο Βάρναλης είναι Έλληνας και ως αίσθημα και ως σκέψη, με τον τρόπο που οραματίζεται και προσδέχεται τη ζωή. Το παγανιστικό και το ανθρωπιστικό στοιχείο της Ελληνικής αρχαιότητας, ξαναανάβρυσε στην Βαρναλική ποίηση σαν από μια παραχωμένη πηγή που βρήκε διέξοδο ύστερα από αιώνες.

Δίνει στον έρωτα τις διαστάσεις και την μεγαλοπρέπεια των στοιχείων της φύσης. Κι είτε μιλά για το αηδόνι που τραγουδάει με τα άνθη της ροδακινιάς, χωρίς να ξέρει πως θα πεθάνει, είτε έχει θέμα την πλύστρα που λυώνει από χτικιό στο κατώι της, η ποίησή του με μια μαγική διενέργεια, ταράζει βίαια την ψυχή του αναγνώστη και του ξυπνάει ένα απρόοπτο νόημα της ζωής. Το δικαίωμα στο ψωμί και στην ομορφιά του κόσμου είναι αλληλένδετα στο τραγούδι του, τόσο που το ένα δεν νογιέται δίχως το άλλο. Δυο όροι προσδιοριστικοί της ανθρώπινης ελευθερίας.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζια
και βάθος του άσωστου ουρανού,
ω, της αυγής κροκάτη γάζα
γαρούφαλο του δειλινού,
λάμπετε σβήνετε μακριά μας
χωρίς να μπήτε στην καρδιά μας

Το περίεργο είναι πως ενώ σχεδόν σύσσωμη η κριτική μας στάθηκε καταφατική μπρος στο καθαρά λυρικό έργο του, αρνήθηκε εμφαντικά να πραγματευτεί την σατυρική του πλευρά, να την αξιολογήσει διεξοδικά και συγκεκριμένα. Και όμως το έργο τούτο είναι που χαρακτηρίζει τελικά την πνευματική φυσιογνωμία του ανθρώπου. Γιατί ενώ τίποτα δεν του λείπει από τα χαρίσματα του άλλου του έργου, μπάζει, σχεδόν για πρώτη φορά, στην λογοτεχνία μας την σάτυρα του κατεστημένου σε αψηλό επίπεδο τέχνης, όπου η αγανάχτηση γίνεται κέφι, και ξεσπάει σε ανύποπτους λυρικούς τόνους, χωρίς να αποβάλει την τραγική της υφή.

Η ποίηση του Βάρναλη είναι ενιαία και διέπεται από τον ίδιο αισθητικό και βιοσοφικό νόμο. Και είτε χλευάζει, με το στόμα μιας πόρνης, τα ιδεώδη που φέρνουν στον άνθρωπο την κακομοιριά, είτε εξαίρει την σκοτεινή μαγεία του γυναικείου κορμιού, ένα σχεδόν θρησκευτικό σύγκρυο τυλίγει τον αναγνώστη του και τον μετεωρίζει ανάμεσο στην ζωή και στον θάνατο.

Να είναι άραγες από φόβο που σωπαίνουν οι κριτικοί μας μπροστά σ’ αυτά τα ανόσια κείμενα, ή μήπως είναι τούτα πέρα από την αντίληψή τους προχωρημένα στην μορφή (όταν εκφράζεται με κείνους τους παροιμιακούς τρόπους) και στο πνεύμα (όταν σαρώνουν χωρίς έλεος τα είδωλα που πιστεύει το ιερατείο των κριτικών);

Η ιστορία θα πει πως ο Βάρναλης υπήρξε μεγάλος λυρικός ποιητής, εκείνο όμως που θα τον ξεχωρίζει οριστικά στην μνήμη των ανθρώπων θα είναι η επαναστατική σάτυρά του».

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση