Οι οικοδόμοι στην Ελλάδα (και το κίνημά τους) .2

Μια ακόμη μαρτυρία στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», κάτω απ’ αυτόν τον τίτλο· η μαρτυρία ανήκει στην Καίτη Ζεύγου, που ισχυρούς δεσμούς είχε και με την πόλη μας και με τους αγωνιστές της. Η μαρτυρία της περιλαμβάνεται στο βιβλίο της με τίτλο «Με τον Γιάννη Ζέβγο στο επαναστατικό κίνημα» (Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 1980), και αναφέρεται στους εξόριστους αγωνιστές στην Φολέγαντρο, την εκεί οργάνωση της ζωής τους, την παρουσία οικοδόμων ανάμεσά τους και τον ρόλο τους – πάντα ταύτα στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά.

Καίτη Ζεύγου
Η Καίτη Ζεύγου, απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου της

Αλλά ας δούμε τι έγραψε η Καίτη Ζεύγου, δασκάλα και στέλεχος της κοινωνικοπολιτικής πρωτοπορίας, φίλη με την παλιά αγωνίστρια Φιλαδελφειώτισσα δασκάλα Κατίνα Μαμέλη, σχετικά με το θέμα μας:

«Την άνοιξη του 1940 έληξε η κράτησή μου. …

Με μετέφεραν στο «Μεταγωγών».

Τι μεγάλη παρηγοριά, όταν την άλλη μέρα ήλθε μια άγνωστή μου κοπέλλα και μούφερε λίγα λεφτά και λίγα φρούτα! Όχι γι’ αυτά καθ’ αυτά, μα γιατί ήτανε μια απλή μαρτυρία, πως παρ’ όλες τις διώξεις, τον κατατρεγμό, τις συλλήψεις, ύστερα από τέσσερα χρόνια … δικτατορία (Μεταξά) υπήρχε ακόμα κάτι όρθιο έξω. … Η κοπέλλα ήταν από την «Εργατική Βοήθεια». …

Από τον Αύγουστο του 1936 μέχρι το 1940, ο «παραθερισμός» κομμουνιστών, μα και άλλων δημοκρατών, στα ξεχασμένα από τον Θεό ξερονήσια του Αιγαίου ήτανε στην ημερήσια διάταξη της δικτατορίας.

Φουρνιές έφταναν κάθε φορά που το πλοίο έφτανε σ’ αυτά. Για τούτο και την ημέρα που ο σκυλοπνίχτης της άγονης γραμμής έφτανε στο λιμάνι της Φολεγάντρου, στο «Καραβοστάσι» όπως τόλεγαν οι ντόπιοι, ο γραμματέας της κολλεκτίβας, αναγνωρισμένος και από τον σταθμάρχη της Χωροφυλακής για τις υποθέσεις των πολιτικών εξορίστων, κατέβαινε στην παραλία για να παραλάβει τους νεοφερμένους.

Κείνη την εποχή, και μέχρι την δραπέτευσή μας, «εξωτερικός γραμματέας» της ομάδας, όπως τόνε λέγαμε, ήταν ο Στέφανος Γκιουζέλης, εργάτης μωσαϊκών από την Αθήνα. Ένα λαμπρό, πάντα πρόσχαρο παλληκάρι, που γελούσε και με τα μάτια (σκοτώθηκε στον εμφύλιο, στην Πελοπόννησο).

«Εσωτερικός γραμματέας», χωρίς καμμιά (επαφή) με τις Αρχές, μα κύριος υπεύθυνος της ομάδας, με την καθοδήγηση του Σέργιου Αναστασιάδη, όταν πήγα εγώ ήταν ο Γιώργης Δημητρίου, κεραμοποιός από τον Πειραιά (εκτελέστηκε από τους Γερμανούς) …

Με τον Στέφανο (Γκιουζέλη) γνωριζόμασταν και συνεργαζόμασταν στην Αθήνα πριν την δικτατορία του Μεταξά. Χάρηκα πολύ που τον πρωτοαντίκρυσα στην Φολέγαντρο. Κι’ αυτός για να με περιποιηθεί νοίκασε ένα γαϊδουράκι – μεγάλη πολυτέλεια – για να μ’ ανεβάσει στο χωριό.

Τα πιότερα χωριά σε τούτα τα ξερονήσια είναι χτισμένα ψηλά στους λόφους, στα φρύδια κρημνών «δια τον φόβον» των πειρατών, που στα παλιά χρόνια λυμαίνονταν το Αιγαίο, γι’ αυτό και τα χώριζε αρκετός ανηφορικός δρόμος από την ακροθαλασσιά.

Το δικό μας (χωριό) είχε γύρω-γύρω και τείχη, που στα παλιά χρόνια έκλειναν σε περίπτωση κινδύνου.

Κλασικό κυκλαδίτικο χωριό η Χώρα με τα στενά δρομάκια, τα πλακόστρωτα καλντερίμια και τα ασπροασβεστωμένα σπίτια. Μόνο που τα πιότερα ήτανε παντέρημα, εγκατελειμένα από τους νοικοκυραίους τους. Άλλος στην Αθήνα, άλλος στον Πειραιά κι’ άλλος ξενητεμένος και πιο πέρα, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο.

Μα ο πολιτισμός τους παρών. Και η μεγαλύτερη ένδειξη: Όλα τα σπίτια φτωχά-πλούσια είχαν το αποχωρητήριο μέσα. Στα πιο πολλά, τα αφημένα έπιπλα, έδειχναν αρχοντιά.

Σ’ αυτά τα σπίτια, σε κοινόβια, έμεναν οι σύντροφοι της ομάδας και ένα απ’ αυτά είχανε νοικιασμένο και για τις γυναίκες. …

Οι κοπέλλες μούκαναν πολύ εγκάρδια υποδοχή, κι’ όχι λιγώτερη στο κέϊκ και στις άλλες λιχουδιές που με είχαν εφοδιάσει οι δικοί μου. Ήταν βλέπεις τόσο σπάνιες στις συνθήκες της εξορίας.

Το κρατικό επίδομα για συντήρησή μας ήταν ελάχιστο, 10 δραχμές. Το εισέπραττε όλο ο εντεταλμένος σύντροφος από την οικονομική επιτροπή της κολλεκτίβας κι’ αυτή το διαχειριζόταν. Ολόκληρο λογιστήριο οργανώθηκε με επικεφαλής τον Σπύρο Αντύπα, … Γιώργη Βασιλόπουλο, κά.

Μ’ αυτά τα λεφτά θα έπρεπε ν’ ανταποκριθούμε στα έξοδα της διατροφής μας, ενοίκια, φωτισμό, τσιγάρα… Μας βοηθούσαν, όσο μπορούσαν, και οι δικοί μας. Με πολλές στερήσεις, τις περισσότερες φορές, μας έρχονταν δέματα με τρόφιμα, ρούχα και μικροεπιταγές.

Απ’ αυτά το 50% στα τρόφιμα και τα λεφτά το κρατούσε η ομάδα, για να συμπληρώσει το γλίσχρο επίδομα, για να ενισχύσει το συσσίτιο των αρρώστων, κλπ. Το 50% των λεφτών μας το έδινε στο χέρι σε λεφτά ή και σε μάρκες που είχαν πέραση μόνο στην καντίνα της ομάδας.

Είχαμε και άλλα έσοδα, από τα χωράφια μας. Η ομάδα νοίκιασε από τους ντόπιους μια μεγάλη έκταση στην παραλία, που έμενε χέρσα. Έκανε ορισμένα «έργα» για να μην την δέρνει στις ανεμοταραχές η θάλασσα και αρμυραίνει το χώμα, άνοιξε πηγάδι και εκεί έσπερνε κηπευτικά.

Πολύ πρωτότυπος ήταν ο τρόπος λίπανσης. Κάθε τόσο οι νεολαίοι μας, ο Αδάμ Μολυβδάς …, ο Μπάμπης Δρακόπουλος …, ο Σταύρος Παπαδόπουλος, ο Γιώργης Τρικαλινός …, ο Πάνος Δημητρίου …, κι’ όλοι οι νεολαίοι με την σειρά τους, εξοπλισμένοι με σκούπες από αφάνες, φτυάρια και τσουβάλια, τριγυρνούσαν στους δρόμους ίσαμε κει που επιτρεπόταν η κυκλοφορία, και μάζευαν κάθε μορφής και ποιότητας κοπριά. Περιζήτητη ήταν η κατσικίσια και η προβατίσια.

Όλο … και κάτι μας προμήθευαν τα δικά μας χωράφια: ντομάτες, αγγούρια, υπέροχα κουνουπίδια, κουκιά, αμπελοφάσουλα … Μας περίσσευαν κιόλας, και πουλούσαμε στους (ντόπιους) που το θεωρούσαν μεγάλη εξυπηρέτηση με την ξεραΐλα που έδερνε το νησί.

Έσοδα είχαμε και από τα συνεργεία μας, που εκτός από τους εξόριστους εξυπηρετούσαν και τους ντόπιους: το ραφείο, το τσαγκαράδικο, το υγειονομικό…

Ακόμα στην ομάδα υπήρχαν ειδικευμένοι εργάτες, χτίστες, υδραυλικοί, ασπριτζήδες, μωσαϊκοί, που πήγαιναν και σε δουλειές των χωρικών και με όρους απέναντι στην ομάδα που ίσχυαν και για τα εμβάσματα (τις μικροεπιταγές δηλαδή).

Συνεργεία ήταν και το μαγειρείο και ο φούρνος που λειτουργούσαν στο ίδιο κτίριο που είχαμε τη λέσχη μας. Ευτυχώς που οι γύρω λόφοι ήταν κατάφυτοι από θάμνους κι’ έτσι δεν μας έλειπαν τα καύσιμα…

Η ομάδα λειτουργούσε ρολόι σ’ όλες τις εκδηλώσεις. …» (Σελ. 179-185).

Θέλω τώρα εδώ να προσθέσω ότι ο Στέφανος Γκιουζέλης είχε και αυτός ισχυρούς δεσμούς με την πόλη μας και τους παλιούς αγωνιστές της, που τον θεωρούσαν μια από τις ηρωικότερες μορφές του εθνικοαπελευθερωτικού και των μετέπειτα αγώνων – ο Στέφανος Γκιουζέλης έχασε την ζωή του στις αρχές του 1949, κατά την διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Εθνικού Στρατού με την κωδική ονομασία «Περιστερά». Ήταν από τις αρχές του 1948 επικεφαλής του Δημοκρατικού Στρατού στην Πελοπόννησο.

Η ελληνική ιστορία έχει ήδη διαθέσει σελίδες της στον Στέφανο Γκιουζέλη· θα διαθέσει στο μέλλον πολύ περισσότερες.

Κώστας Π. Παντελόγλου
Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

2 Comments

Comments are closed.