Image

Η οικονομία μετά τον κορονοϊό: Τι θ’ απογίνουμε χωρίς βαρβάρους;

Η πανδημία του κορονοϊού είναι από μόνη της αρκετά τρομακτική για όλους, ώστε να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα για τους περισσότερους το σημαντικότερο κομμάτι των άμεσων συνεπειών της. Σε αυτό βοηθά η εν πολλοίς επιτυχημένη προσπάθεια της κυβέρνησης να διαχειριστεί κεντρικά και συγκεντρωτικά τις σχετικές πληροφορίες, κρατώντας το ενδιαφέρον στην επιδημιολογική όψη του προβλήματος.

Τι θ’ απομένει όμως στον κύκλο της οικονομίας, όταν με το καλό ξεπεράσουμε τον άμεσα θανατηφόρο κίνδυνο; Επ’ αυτού, και στη μεγάλη κλίμακα, τροφή για σκέψη τα παρακάτω στοιχεία, δημοσιευμένα στην Καθημερινή πριν ένα χρόνο περίπου (εμφάσεις δικές μας):

Το ένα τέταρτο του ελληνικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος δημιουργεί ο τουρισμός, αναδεικνύοντας τόσο την καταλυτική σημασία του για την εθνική οικονομία και την απασχόληση όσο όμως και τη μονοδιάστατη ανάπτυξη της χώρας. […]

Ο τουρισμός το 2018 συνέβαλε άμεσα στη δημιουργία του 11,7% του ΑΕΠ της χώρας με 21,6 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία και εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στη μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), με τίτλο «Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία το 2018». […] Στην αιχμή της τουριστικής περιόδου, μόνο μέσω της εργασίας στα καταλύματα και στην εστίαση (411.000 εργαζόμενοι), συνέβαλε στο 16,7% της απασχόλησης και συνολικά (άμεσα και έμμεσα) μεταξύ 36,7% και 44,2%, ενώ αποτέλεσε βασικό μοχλό μείωσης της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών, αναφέρει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ. […] Όπως επισημαίνεται στη μελέτη, ο τουρισμός είναι κατεξοχήν εξωστρεφής δραστηριότητα, αφού πάνω από το 90% των εσόδων προέρχεται από το εξωτερικό. Τα έσοδα αυτά, περιλαμβανομένων των εισπράξεων από κρουαζιέρα, αερομεταφορές και θαλάσσιες μεταφορές, ανήλθαν σε 18,2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 11,3% ή κατά 1,8 δισ. ευρώ συγκριτικά με το 2017. Επιπροσθέτως, ο τουρισμός κάλυψε με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις και τις εισπράξεις από τις αερομεταφορές και τις θαλάσσιες μεταφορές το 81% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Οι εισπράξεις αυτές ισούνται με το 73% των εισπράξεων όλων των άλλων προϊόντων που εξάγει η χώρα, εξαιρουμένων των εισπράξεων από εξαγωγή πλοίων και καυσίμων”.

Το ευαγές ίδρυμα της Τραπέζης της Ελλάδος, στην περσινή ενδιάμεση έκθεσή του για τη Νομισματική Πολιτική, έλεγε και τα εξής:

“Η συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων στο ΑΕΠ της Ελλάδος βαίνει αυξανόμενη την τελευταία δεκαετία, φθάνοντας από 4,3% το 2010 σε 8,7% το 2018, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τις χώρες της Ευρωζώνης για το 2018 ήταν 2,5%. Επίσης, ο τουριστικός τομέας αποτελεί τον κυριότερο πόλο προσέλκυσης επενδύσεων και ως εκ τούτου συμβάλλει και με τον τρόπο αυτό στην ανάπτυξη της χώρας”.

Και, καθώς οι στατιστικές στο κλείσιμο της περσινής χρονιάς κατέληγαν ότι πάνω από 31 εκατ. τουρίστες επισκέφτηκαν την Ελλάδα μέσα στο 2019, η έκθεση του ευαγούς ιδρύματος συμπέραινε ότιη περαιτέρω ενίσχυσή του [τουρισμού] αποτελεί μονόδρομο, εφόσον η χώρα επιδιώκει να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα την υψηλή ελκυστικότητά της ως δημοφιλούς τουριστικού προορισμού, έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης”.

Αυτά, βέβαια, πριν τον κορονοϊό, γιατί τώρα η ηγεσία της Τράπεζας της Ελλάδος σε επόμενες εκθέσεις της, κι εμείς οι υπόλοιποι στην καθημερινότητά μας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη δεδομένα όπως το παρακάτω, που προκύπτει από το ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών και μας δείχνουν τι παθαίνει κανείς όταν διαλέγει μονοδρόμους που οδηγούν σε γκρεμό:

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία επιβατικής κίνησης, ένας αιώνας μοιάζει να χωρίζει τις επιδόσεις του Ελ. Βενιζέλος κατά το πρώτο δίμηνο της χρονιάς, οπότε είχε καταγραφεί άνοδος 4,3% (2,8 εκατ. επιβάτες), έως σήμερα. Πριν από περίπου δέκα ημέρες, στις 15 Μαρτίου η υποχώρηση της επιβατικής κίνησης διαμορφωνόταν σε περίπου 50%, στους 29,2 χιλιάδες επιβάτες, συγκριτικά με το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Ωστόσο, δύο εβδομάδες αργότερα, στις 24 Μαρτίου, η πτώση εκτοξεύθηκε στο 97%, με μόλις 1.728 επιβάτες να διακινούνται από το διεθνές αεροδρόμιο της χώρας από 52.090 την ίδια ημέρα το 2019”.

Το αδιέξοδο του πράγματος συνοψίζεται ως εξής, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Βίκυς Κουρλιμπίνη στο Capital.gr:

“Προβλέψεις για το πώς θα εξελιχθεί η [τουριστική]σεζόν φέτος δεν μπορούν να γίνουν. Υπάρχουν όμως τα εξής δεδομένα, όπως αναφέρουν πηγές από το χώρο των ξενοδοχείων:

Πρώτον, ακόμη κι αν επιτραπεί στις μονάδες να ανοίξουν, οι κρατήσεις έχουν μηδενίσει. Όπως εξηγούν επιχειρηματίες του κλάδου, θα χρειαστεί καιρός μέχρι να εξασφαλιστούν οι πληρότητες που θα επιτρέψουν τη συμφέρουσα λειτουργία μιας μονάδας.

Δεύτερον οι tour operators με τους οποίους συνεργάζονται τα ξενοδοχεία έχουν αναστείλει ταξιδιωτικά πακέτα και ατομικά ταξίδια. Τα συμβόλαια δεν ισχύουν πλέον και το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο για μονάδες, κυρίως σε δημοφιλείς νησιωτικούς προορισμούς, που κατά βάση στηρίζονταν στις πτήσεις τσάρτερ (Κρήτη, Κέρκυρα, Ζάκυνθος, Ρόδος, Κως κ.ά).

Τρίτον, όπως λένε οι ξενοδόχοι, οι τιμές που είχαν προβλεφθεί για φέτος δεν μπορούν να ισχύσουν. Οι τιμές των πακέτων θα καθοριστούν από την αρχή και θα εξαρτηθούν από την ζήτηση, αλλά και τον ανταγωνισμό.

Τέταρτον, οι ξενοδόχοι καλούνται να επιστρέψουν τις προκαταβολές από τα early bookings. Αυτό έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας.

Επίσης, κανείς δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει η κρίση του κορονοϊού στις βασικές αγορές που μας τροφοδοτούν με τουρίστες, ποια θα είναι η οικονομική τους θέση, πόσο θα έχει πληγεί η απασχόληση και ποια θα είναι η καταναλωτική δύναμη των τουριστών.

Με τον Τουρισμό στην Ελλάδα να χαρακτηρίζεται από μεγάλη εποχικότητα διαχρονικά, καθώς ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστών έρχονταν τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο, οι προοπτικές για τουριστική ανάκαμψη γίνονται πιο δύσκολες”.

Με τις υγείες μας, λοιπόν! Κι αν θέλει κανείς να μιλήσει σοβαρά για τις συνέπειες της κρίσης του κορονοϊού, ας αρχίσει να σκέφτεται τα πραγματικά αδιέξοδα στα οποία μας έχει οδηγήσει ο τρέχων καταμερισμός εργασίας και οι πολιτικές αποφάσεις που διαχρονικά τον στήριξαν. Γιατί σήμερα, ενώ εμείς πλένουμε τα χέρια μας, κάποιοι άλλοι νίπτουν τας χείρας τους, όπως ο Πόντιος Πιλάτος πριν τη σταύρωση.

π.