Βασίλης Εφραιμίδης: Αναμνήσεις από τον «Μπάρμπα-Κώστα» (Βάρναλη)

varnalis-tavernaΟ δικός μας, ο Φιλαδελφειώτης πολιτικός και φίλος μου Βασίλης Εφραιμίδης, που διετέλεσε Βουλευτής της ΕΔΑ προδικτατορικά και ευρωβουλευτής του ΚΚΕ τους μεταπολιτευτικούς χρόνους – συνοδοιπόρος με τον πατέρα μου Παντελή Παντελόγλου από την προπολεμική του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου περίοδο στους κοινωνικοπολιτικούς και εθνικούς αγώνες – μας έχει αφήσει μαρτυρία πολύτιμη για την επίδραση του Βαρναλικού έργου στους κύκλους της νεολαίας κυρίως μα όχι μόνο, και για την παρουσία του Βάρναλη και την προσφορά του στην προδικτατορική «Αυγή».

Έκρινα πως η μαρτυρία αυτή πρέπει να βρει την θέση της και στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», διαβάστε την, απολαύστε την λοιπόν:

«Υψηλό το τόλμημα να γράψεις για τον Βάρναλη. Έφηβος είδα και βλέπω ακόμα στα 84 (χρόνια μου) «Το φως που καίει». Απ’ τα πρώτα σκιρτήματα. «Το ξύπνημα πρωϊνού κορυδαλλού» στην προσέγγιση του θησαυρού: λογοτεχνία, ποίηση, τέχνη. Ένα δυνάμωμα της ιδεολογικής, πολιτικής, κοινωνικής συνειδητοποίησης. Απ’ αυτήν την «κόψη», όχι την λογοτεχνοφιλολογική – εκάς οι βέβηλοι – οι παρακάτω αναμνήσεις μου για τον Μπάρμπα-Κώστα (Βάρναλη) και το έργο του.

Καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Μέσα στο σκοτάδι της πιο άγριας λογοκρισίας, αναλαμπές αλήθειας, ελευθερίας, σαρκασμού, κυκλοφορούν, ακούγονται ιδιαίτερα στους κύκλους της νεολαίας, οι Βαρναλικοί στίχοι. Πολυδύναμη παρουσία η απήχησή τους στα χρόνια του Αντιφασιστικού Πολέμου, στην παρανομία της Ναζιστικής Κατοχής. Αδιάσπαστα (δεμένοι) με την εποποιΐα της Εθνικής Αντίστασης. Παραμένουν ασίγαστοι στο νέο κατοχικό καθεστώς της μετα-βαρκιζιανής Αγγλοκρατίας. Σαν να ακούω τώρα απαγγελίες που γίνονταν στις υπόγειες ταβέρνες – στα Εξάρχεια. Ήταν βάλσαμο στην μεταπολεμική, μεταπελευθερωτική, μεταβαρκιζιανή πίκρα και μήνυμα αντοχής, υπερήφανης αγωνιστικής συνέχειας. Το Βαρναλικό τραγούδι, φανερά και κρυφά, γραπτά και προφορικά, διαπερνούσε τους πολυποίκιλους φραγμούς σαν πύρινο ρυάκι στα «Πέτρινα χρόνια». Σμιλεμένο από τον πλαστικό εκφραστή της γλώσσας του λαού μας, έκφραση των πόθων και των καημών του, «γίνονταν φως, γίνονταν νους», ωσότου γίνει ακλόνητο «το βασίλειο της πανανθρώπινης φιλιάς». Κι αυτός, ο Βάρναλης, έπαιρνε το λαϊκό εύσημο ο «Μπάρμπα-Κώστας».

Με την δική του σπορά, τους ασταμάτητους αγώνες των κομμουνιστών, των παλικαριών της Εθνικής Αντίστασης, των εργαζόμενων της χώρας μας, της νεολαίας, άνοιξε χαραμάδα στην νύχτα των «Πέτρινων Χρόνων». Επιβλήθηκε η έκδοση, κυκλοφορία καθημερινής εφημερίδας – «Αυγή» την έλεγαν και ήταν τότε, για κάποιον καιρό, «Αυγή». Σ’ αυτήν την περίοδο ο Βάρναλης είναι «προβολέας» στην πρώτη σελίδα με το καθημερινό χρονογράφημά του.

Τον βλέπω κάθε πρωί, οχτώ με δέκα, δέκα και μισή – στα γραφεία της εφημερίδας Οδός Ικτίνου – να το γράφει. Πιο σωστά να το «σμιλεύει», όπως ο γλύπτης το μάρμαρο για να το μεταπλάσει σε πολυσήμαντο καλλιτέχνημα. Ερχόταν πρωί, κατευθείαν από τα ψώνια που είχε κάνει στην γειτονική Κεντρική Αγορά (Αθηνών). Πριν αρχίσει το γράψιμο σκάλιζε, ψαχούλευε ένα-ένα λαχανικά, φρούτα, ψάρια, τα κοίταζε σαν εκείνη την ώρα να γευόταν Κι ευθύς φόραγε τα μαύρα μανικέτια, επιθεωρούσε το δημοσιογραφικό χαρτί σε μικρό σχήμα, πέντε-δέκα κοινά μολύβια, καλά ξυσμένα, 3-4 γομολάστιχες και άρχιζε ασταμάτητα το γράψιμο. Δεν πετούσε χειρόγραφο που δεν του άρεσε. Ό,τι δεν ταίριαζε το έσβηνε πάνω στο ίδιο και ξανάγραφε. Κι όταν τελείωνε, το ξανακοίταζε, το τοποθετούσε στο γραφείο του αρχισυντάκτη με ένα σταχτοδοχείο από πάνω.

Πολλές φορές, ιδιαίτερα όταν ήταν πολύ ζεστές μέρες του καλοκαιριού, όταν έβλεπα ότι τελειώνει την «ιεροτελεστία» του γραψίματος του πρότεινα: «Μπάρμπα-Κώστα, κάνει πολύ ζέστη. Πας στο σπίτι πάνω στην Δεξαμενή, έχεις ανήφορο. Η εφημερίδα είναι φτωχή, αλλά είναι ανάγκη να υποστεί την δαπάνη να πας με ταξί». Απαντούσε: «ναι και ζέστη κάνει και ανήφορος υπάρχει – μέσα στους πολλούς και κακοτράχαλους που περάσαμε και θα περάσουμε. Όμως μέχρι ένα σημείο είναι ίσωμα. Μπορώ και θα το πάω χωρίς ταξί. Έχω τρόπο και για τον ανήφορο, χωρίς ταξί. Μόλις φτάνω στον ανήφορο, κάθομαι σε κάποιο σκαλοπάτι. Κοιτάζω, περιμένω να ανηφορίζει κάποια «καλοστεκούμενη». Σηκώνομαι αμέσως και την ακολουθώ. Βλέπω, αισθάνομαι μυστήριες δυνάμεις να ξυπνάνε μέσα μου, να δυναμώνουν τα πόδια, τα πνευμόνια μου και … συνανεβαίνω μαζί της».

Και επειδή ο λόγος για τον «προβολέα» του καθημερινού χρονογραφήματος του Βάρναλη στην «Αυγή», μια περίπτωση αφάνταστης κατάπτωσης, αλλά και ρωμαλέας αντίστασης:

Ο Καραμανλής συναντήθηκε με Μεντερές. Άγκυρα. Κωνσταντινούπολη, προβλήθηκε η συνάντηση στον Τύπο, εμφανίζοντάς τους σαν πραγματοποιούς, οραματιστές ανακαινιστικών έργων. Ο Μεντερές, για λόγους εσωτερικούς, εθνικιστικής δημαγωγίας, ζήτησε και πέτυχε, ανάμεσα σε άλλα, η Καραμανλική κυβέρνηση να αποκαθηλώσει τις μορφές των Αγωνιστών του 1821 από τις αίθουσες όλων των Σχολικών Ιδρυμάτων στην Ελάδα – χωρίς να αποφύγει την εκτέλεση από την Τουρκική στρατοκρατία στο «νησί των σκύλων». Και ω! του γραικυλικού θαύματος, με την επιστροφή Καραμανλή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα (μπουγιουρντί).

Ακριβώς σε αυτήν την ανήκουστη, αντιπατριωτική συμπεριφορά, ο Βάρναλης επενέβη. Με χρονογράφημά του στην «Αυγή» καυτηρίασε σκληρά τον γραικυλισμό της κυβερνητικής στάσης-θέσης. Ζήτησε την διατήρηση των ηρωικών μορφών του 1821 στα Σχολικά Ιδρύματα, στην ψυχή και στον νου της νέας γενιάς των Ελλήνων. Υπήρξε σοκ στην κοινή γνώμη (σχετικά σχόλια του άλλου Τύπου), αλλά επακολούθησε μήνυση κατά της «Αυγής» και επώνυμα κατά του χρονογράφου της Κώστα Βάρναλη, γιατί το χρονογράφημα ήταν με την υπογραφή του. Στην κλήση του ανακριτή προς την διεύθυνση της εφημερίδας και τον Βάρναλη, η πρώτη αποφάσισε να πάει ο δεύτερος. Ο ανακριτής απάγγειλε τυπικά το κατηγορητήριο στον Βάρναλη και εξέφρασε την εκτίμηση, τον θαυμασμό του για την όλη παρουσία και το ποιητικό του έργο και πρόσθεσε: «Μαζί με αυτά, εγώ προσωπικά σας θαυμάζω και σας εκτιμώ από τις συχνές πυκνές φορές που σας βλέπω με μαγιώ – χειμώνα καλοκαίρι – να κάνετε μπάνιο στα Φαληρικά νερά! Αποφασίζω να βάλω την υπόθεση στο αρχείο».

Επακολούθησε η, με πολλά υπονοούμενα, ενημέρωση από την ανακριτική διαδικασία που έκανε ο Βάρναλης στην διεύθυνση της εφημερίδας και δεν χρειάστηκε η παρουσία της στην ανάκριση. Το «Φως που καίει» έκαψε μια φορά ακόμα!».

Μένει τώρα να σημειώσω πως η παραπάνω μαρτυρία του Φιλαδελφειώτη πολιτικού Βασίλη Εφραιμίδη – που ήταν και διευθυντής της «Αυγής» τότε που ο Βάρναλης έγραφε το χρονογράφημά της – πρωτοδημοσιεύτηκε σε ένα μικρό αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη» στον Κώστα Βάρναλη τον Δεκέμβριο του έτους 1998.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση