Ορισμένα για τα Βουρλά της Μικράς Ασίας για την Αναξαγόρειο Σχολή τους, για τον Μητροπολιτικό Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου (και την εικόνα της Παναγίας της Βουρλιώτισσας) .3

Καταχωρώ σήμερα και το τρίτο (τελευταίο) μέρος του γραφτού που αναφέρεται σε όσα στον τίτλο σημειώνώ, γραφτού Μικρασιάτη, κοσμοπολίτη των γραμμάτων μας που έζησε τα παιδικά του χρόνια στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, γραφτού που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην βδομαδιάτικη εφημερίδα «Προσφυγικός Κόσμος» το έτος 1928.

«Όλοι αυτοί σπάνια έπαιρναν από τον Βουρλά οριστικά τις οικογένειές τους μαζύ τους. Ο Βουρλιώτης, όσο τυραννισμένος κι’ αν ήταν από το άστοργο Κράτος των Τατάρων, που τους κατέσχε και την τελευταία τους «στρώση» όταν ύστερα από κακουχίες δεν είχε να πληρώση τους φόρους, δεν ξεκολλούσε από την γη του. Έστελνε το παιδί του, το ανήψι του, το εγγόνοι του, για να καλλιτερέψη την τύχη του, για να πληρώση τον ορίζοντα της οικογένειας, αλλά όχι για να ξεριζωθή.

Διευθυνταί της Αναξαγορείου Σχολής, απ’ όσους θυμούμαι ακόμη ύστερα από τόσα χρόνια ήταν ο κ. Χαμουδόπουλος, ο κ. Φαίδας, ο κ. Δημ. Γληνός του Εκπαιδευτικού Ομίλου.

Αντίκρυ στην (Αναξαγόρειο) Σχολή ήταν η Μητρόπολη της Παναγιάς· πανηγύριζε την 15ην Αυγούστου, το «Δεκαπενταύγουστο», και τραβούσε πολύ πλήθος προσκυνητών και μάλιστα από την Σμύρνη. Ο εσωτερικός και εξωτερικός αυλόγυρος γέμιζε στρώματα, ψάθες, όπου ξενυχτούσαν φτωχοί πανηγυριώτες ή αμαρτωλοί κι’ εκείνοι πούφερναν αρρώστους του κορμιού ή της ψυχής κάτω από την θαυματουργή σκεπή της Παναγίας. …

Θυμούμαι ακόμη πολύ ζωντανά, ένα απόγευμα – ήμουν ακόμη παιδί δέκα χρόνων – που περιδιαβάζοντας με πριν συμμαθητές μου εμπρός στα κελλιά των παπάδων και των καλόγερων, είδα μαζεμένο κόσμο έξω από την καμαρίτσα του καντηλανάφτη. Εμπρός στην πόρτα, που ήταν μισάνοιχτη για να μην μπαίνη φως στέκονταν ένα «ψαλτάκι» και φύλαγε να μην μπη κανένας μέσα. Του δώσαμε τον λόγο μας πως θάμαστε φρόνιμοι και μας έδωκε την άδεια να ρίξωμε μια ματιά. Στο μισοσκόταδο τρεμόλαμπε το φυτίλι του καντηλιού, το παράθυρο ήταν κατάκλειστο και τραβηγμένη η κουρτίνα. Ξεχωρίσαμε ένα κεφάλι γέρου ακούνητο, με κατάλευκη, σεβάσμια γενειάδα. Από το μαντήλι που περιτύλιγε το φέσι του, σε σχήμα χαμηλού σαρικιού δεμένο, όπως το φορούν οι χωριανοί Τούρκοι, φάνηκε πως ήταν μουσουλμάνος. Τα ματόκλαδά του ανοιγοσφαλούσαν δειλά-δειλά σαν εκείνου που ξυπνά άξαφνα σε μέρος πλημμυρισμένο από του ήλιου το φως. Μια απόκοσμη αγαλλίασις ζωντάνευε τα χαρακτηριστικά του, που δεν είχαν τίποτε το μογγολικό ή ταταρικό των πρώτων Τούρκων, όπως εξ άλλου και οι περισσότεροι σημερινοί Τούρκοι μάλλον Ελληνικές φυσιογνωμίες έχουν. Οι γενιές τους είναι δίχως αμφιβολία οι φύτρες δια της βίας τουρκεμένων βυζαντινών προγόνων μας, ολόκληρων συνοικισμών ή γιανιτσαρόπαιδων. Το τατάρικο αίμα σβύστηκε καθώς σταγόνα μέσα στον ωκεανό. Φύτεψε όμως στα βάθη της αλλαξόπιστης ψυχής το αιμοβόρο ένστικτο του κατακτητή. Λαγοκοιμάται τις εποχές της ειρήνης κι’ αναδίνει, σαν απολυτρωμένο, τον καιρό των πολέμων και των περιοδικών σφαγών, το αιμόδιψο λουλούδι του, που είναι καθώς εκείνα τα ορχιδοειδή – στον Βουρλά τα λέμε «λυκάκια» ή «λαγουδάκια» δεν θυμάμαι και καλά – που χάφτουν το θύμα τους – την μυίγα – αφήνοντάς το να σπαρταρήση και πριν σωριαστή αναίσθητο να δοκιμάση δέκα φορές τον θάνατο.

Ένας που ήξερε τουρκικά τον ερώτησε αν βλέπη καλά. Ο Τούρκος είπε πως βλέπει μα δεν μπορεί έτσι γρήγορα κιόλας να συνηθίση στο φως, έστω και του καντηλιού. Είχε έρθη αόμματος ναύρη το φως του, κι’ η μεγάλη του πίστη, ας πάει να ήταν και σε ξένο γι’ αυτόν θεό, τον γιάτρεψε.

Έτσι οι Τούρκοι, πράμμα δυσκολοεξήγητο, τιμούσαν τους δικούς μας αγίους, όταν αυτοί στην περιφέρειά τους είχαν βγάλει όνομα θαυματουργών, και ιδιαίτερα τον Άγιο Γεώργιο.

Στο πλούσιο εικονοστάσιο της Μητροπόλεως, δίπλα στην Ωραία Πύλη του «ιερού» θυμούμαι την ασημωμένη εικόνα της Παναγίας που την έλεγαν πολύ παλιά κι’ όπως συνηθίζεται την απέδιδαν στον Άγιο Λουκά. Η ιστορία μας λέγει πως σε πολλά μέρη ο λαός επικαλείται την πατρότητα του αγίου τούτο για τα «θαυματουργά» εικονίσματα.

Η Αναξαγόρειος (Σχολή), Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, καθώς και η Μητρόπολις (της Παναγιάς) τινάχτηκαν στον αέρα από τους Τάταρους του 1922, όταν ο Βουρλάς διαλύθηκε στην φωτιά, στο σίδερο και στο φευγιό, στέλνοντας τα ορφανισμένα του παιδιά να μαλάξουν με τα γερά και δουλευτάρικα χέρια τους της Ευρωπαϊκής Ελλάδας τα χώματα.

______________

Μεταξύ άλλων, ανεκάλυψα εις την Βιβλιοθήκην της Αρχαίας Ιστορίας του εδώ Πανεπιστημίου έναν τόμον του παλαιού Ελληνικού περιοδικού «Ξενοφάνης», εκδιδομένου άλλοτε υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Μικρασιατών «Ανατολή» (1905), περιέχοντα μίαν ωραιοτάτην και δια τους αμέσως ενδιαφερομένους Βουρλιώτας … (διατύπωσιν).

Ο συγγραφεύς κ. Κλ. Ιατρίδης, δημοδιδάσκαλος, γράφει σχετικώς επί λέξει:

«Η Παναγία (Κοίμησις της Θεοτόκου) είναι ο αρχαιότατος Ναός της πόλεως, χρησιμεύων ως Μητροπολιτικός. Ενταύθα ευρίσκεται θαυματουργός εικών της Θεομήτορος. Επί της εισόδου φέρει πλάκα μαρμάρινον φέρουσαν την εξής επιγραφήν εξ ης εξάγεται και το ιστορικόν αυτού, έχει δε η επιγραφή ώδε:

«Δις αναδομηθείς το πάλαι ο θείος και πάνσεπτος Ναός της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, τρίτον ήδη αύθις θείω ελέει ανηγέρθη εκ βάθρων, ως οράται νυν, επί Σαμουήλ του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Εφέσου, του Βυζαντίου, προστασία του ενδοξοτάτου και Φιλοχρίστου άρχοντος διερμηνευτού του βασιλικού στόλου κ. Χαντζερή, σπουδή δε και επιμελεία των ενταύθα προκρίτων και λοιπών ορθοδόξων Χριστιανών, ων τα ονόματα καταγράφει η εν βίβλω ζωή. Κατά το ΑΨΗΣ (1796) εν μηνί Αυγούστω».

Το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη αναφέρει ως βιβλιογραφίαν Βουρλών τα εξής έργα: G. Skinas, Die Kleinasiatischen Resinen (Bonn 1912) και A. Philipson, Reisen ή Forschungeeim Westtiehen Kleinasien Heft II (1911). 

Σημ. – Στον Βουρλά εχρησιμοποιείτο η λέξις «το κινό (κοινόν) όταν επρόκειτο περί Συμβουλίου της Κοινότητος, της Δημογεροντίας κλπ. Ο Δημογέρων π.χ. που ήταν έτοιμος να πάγη στο Συμβούλιο έλεγε, όταν τον ρωτούσαν πού πηγαίνει: «Πάω στο Κοινό». Ενδιαφέρουσα η διατήρησις της αρχαιοτάτης αυτής λέξεως στην άνω σημασία της».

Τελειώνει εδώ το γραφτό που καταχώρησα σήμερα, χτες και προχτές, εδώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» στην στήλη «Μικρασιατικές Σελίδες». Μένει τώρα να σημειώσω πως το γραφτό αυτό είναι του Παύλου Γ. Φλώρου (1897-1981), γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1928 στο Αμβούργο όπου τότε βρισκόταν ο συγγραφέας του και δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην βδομαδιάτικη εφημερίδα «Προσφυγικός Κόσμος» στις 14, 21, 28 Οκτωβρίου καθώς και 11 Νοεμβρίου του έτους 1928, με τίτλο «Ο Βουρλάς και η Αναξαγόρειος Σχολή του», επίτιτλο  «Από τα λείψανα της αναμνήσεως» και υπότιτλο «Το ιστορικόν εκπαιδευτικόν κέντρον».

Κώστας Π. Παντελόγλου