Ορισμένα για τα συγγράμματα του Καθηγητή του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Παναγιώτη Μιχελή (Αναφορές σε ένα κείμενο του Διονύση Ζήβα και σε μια διάλεξη του Παύλου Μυλωνά) .2

Τελειώνοντας το χθεσινό πρώτο μέρος αυτού του γραφτού σημείωσα πως το σημερινό δεύτερο μέρος θα το ξεκίναγα με λίγα λόγια για τον Herbert Read ώστε να εκτιμηθούν καλύτερα τα όσα έγραψε, και καταχώρησα χθες στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», για τον Καθηγητή Παναγιώτη Μιχελή και το σύγγραμμά του «Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης».

michelis

Ο Herbert Read, λοιπόν, γεννήθηκε το 1893 στο Yorkshire, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της βιομηχανικής πόλης Leeds και αναδείχθηκε Καθηγητής Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Δίδαξε στο Trinity College, (1929-1930), στο Πανεπιστήμιο του Liverpool (1935-1936), στο Πανεπιστήμιο του Harvard (1953-1954). Συνέγραψε πολλά, που δεν είναι του παρόντος, και πέθανε το 1968.

Ο Στέφανος Ροζάνης στον πρόλογο του βιβλίου του Herbert Read «Φιλοσοφία της Μοντέρνας Τέχνης» (Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1969), το οποίο είχε μεταφράσει, κάνει λόγο για «πολύπλευρο και βαθύτατο οικοδόμημα της σκέψης του εκπληκτικού αυτού ανθρώπου, που υπήρξε μια απ’ τις πλέον αντιπροσωπευτικές φυσιογνωμίες του εικοστού αιώνα», και ακόμη ότι «η σκέψη του Herbert Read έχει το χαρακτηριστικό της απόλυτης σαφήνειας πλάι σε μια φοβερή συμπύκνωση έκφρασης», για να συμπληρώσει τα ακόλουθα: «Το πλάτος και η βαθύτητα της γνώσης του Herbert Read είναι πραγματικά αξιοθαύμαστα. Και κυρίως η άνεση με την οποία μπορεί να μεταχειρίζεται και να συνδυάζει κάθε στοιχείο της θεωρητικής κατάρτισής του εναρμονίζοντάς το μέσα σ’ ένα αυστηρά οργανωμένο σύνολο, αποτελεί ένα εντελώς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό κάθε κειμένου του».

Ας συνεχίσω όμως τώρα με τα συγγράμματα του Καθηγητή Παναγιώτη Μιχελή.

Ο Παύλος Μυλωνάς, στην διάλεξή του, πληροφόρησε ότι η συγγραφή του βιβλίου του με τίτλο «Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης» απασχόλησε τον Π.Α. Μιχελή ολόκληρη την περίοδο της Κατοχής και ότι «ο αείμνηστος Γεώργιος Σωτηρίου και η αγαπητή κυρία Μαρία Σωτηρίου εστήριξαν ιδιαίτερα την προσπάθεια του συγγραφέα θέτοντας στην διάθεσή του την βιβλιοθήκη του Βυζαντινού Μουσείου και τις δικές τους απέραντες γνώσεις, ως ένα διαρκή ευμενή αντίλογο για το ισοζύγιασμα, αλλά και το ακόνισμα των τολμηρών νέων θέσεων του Μιχελή», ενώ προσθέτει πως «το έργο αυτό είχε διεθνή απήχηση – γράφτηκαν πάνω από 50 κριτικές με τις διασημότερες υπογραφές – και εδραίωσε τον Μιχελή ως μια παγκόσμια πνευματική φυσιογνωμία».

Για το σύγγραμμα του Π.Α. Μιχελή «Αισθητική της Αρχιτεκτονικής του Μπετόν-Αρμέ» ο Παύλος Μυλωνάς, μεταξύ άλλων, στην διάλεξή του είπε: «… πρωτογράφτηκε κι’ αυτό στην Κατοχή, μαζύ με την «Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης». Μάλιστα ο Μιχελής μου είχε κάνει την τιμή να μου δώση το 1945 να διαβάσω ένα πρώτο δακτυλογραφημένο δοκίμιο της μελέτης, με τις φωτογραφίες κολλημένες στο περιθώριο και την ζωντανή παρουσία των χειρόγραφων διορθώσεων. Έπειτα όμως προτίμησε να το αφήση γι’ αργότερα, γιατί ήθελε να ενημερωθή για τα νέα παγκόσμια ρεύματα στην μεταπολεμική Αρχιτεκτονική. Αυτό έγινε με τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στην Δυτική Ευρώπη και την Αμερική όπου βρισκόταν κάθε τόσο, είτε ως Research Scholar στο Χάρβαρντ το 1947-1948, είτε σε προσκλήσεις Πανεπιστημίων για διαλέξεις, είτε σε πάμπολλα Συνέδρια, της Διεθνούς Ενώσεως Αρχιτεκτόνων, της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης, της Βυζαντινολογίας, της Αισθητικής, της Φιλοσοφίας κλπ., όπου ήταν πάντοτε ενεργώς παρών, και όπου αναγνωρίστηκε διεθνώς η αξία του, προβάλλοντας συγχρόνως κατά τον μεγαλοπρεπέστατο τρόπο την Ελληνική Επιστήμη, σε μια περιοχή μάλιστα που της πήγαινε σαν γάντι. Το σύγγραμμα λοιπόν που αναφέραμε, «Αισθητική της Αρχιτεκτονικής του Μπετόν-Αρμέ», κυκλοφόρησε τελικά το 1955, πρώτα ελληνικά, με δεύτερη έκδοση το 1958, και μετά γαλλικά το 1963 και ιταλικά το 1968. Ο Μιχελής εξηγεί (σ’ αυτό) ότι στην εποχή μας Τέχνη και Τεχνική έχουν χωρισθή, αλλά αυτό ακριβώς καθιστά την αισθητική διερεύνηση των έργων τους περισσότερο αναγκαία, διότι αποτέλεσμα του διχασμού δεν είναι μόνο έργα Αρχιτεκτονικής άσχημα, αλλά και έργα Τεχνικής άτεχνα. Ο συγγραφέας εφαρμόζει στην μελέτη του την μέθοδο της συγκριτικής μορφολογίας. Τα συμπεράσματά του είναι διδακτικά για τον τεχνικό, είναι διαυγή για τον καλλιτέχνη, και είναι αποκαλυπτικά για τον νουνεχή κριτικό της τέχνης. Και τούτο διότι ο Μιχελής με το δώρο του στοχασμού που τον χαρακτηρίζει αποκαλύπτει, προσπαθεί δηλαδή να διασαφήση την κατέυθυνση που έχει ή που πρέπει να έχη σήμερα το «ύφος» της Αρχιτεκτονικής του μπετόν-αρμέ».

Ο Παύλος Μυλωνάς στην διάλεξή του είπε ακόμη ότι η «Αισθητική της Αρχιτεκτονικής του Μπετόν-Αρμέ» του Π.Α. Μιχελή «είχε θερμή παγκόσμια υποδοχή», ενώ επανέλαβε τα εξής χαρακτηριστικά λόγια με τα οποία τελειώνει μακρά κριτική ανάλυση Γάλλου ειδικού: «Κι’ επιτέλους υπάρχει αυτό που δεν είναι καταγεγραμμένο στο κείμενο, δηλαδή η φιλοσοφία που αναδύεται από κάθε γραμμή, η σπουδαιότητα των ερωτήσεων και των απαντήσεων. Είναι ένα βιβλίο πλαίσιο, πλήρες, αυστηρό, και ακριβώς επειδή δεν το προσπαθεί, είναι ένα βιβλίο μεγαλειώδες. Un livre magistral».

Αυτά, επί του παρόντος, για τα συγγράμματα του Παναγιώτη Μιχελή. Όμως ο Καθηγητής Παναγιώτης Μιχελής δεν συνέγραψε μόνο, και μάλιστα με επιτυχία και παγκόσμια απήχηση, αλλά δίδαξε κιόλας – για τον Μιχελή Δάσκαλο ωστόσο θα τα πούμε μια άλλη φορά, εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας».

Κώστας Π. Παντελόγλου