Δυο λόγια για τον κοσμογυρισμένο κορυφαίο δημοσιογράφο Αλέκο Λιδωρίκη τα χρόνια της Κατοχής και τον συγκλονισμό του για την κατάσταση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου

Όσα ακολουθούν είναι κυρίως μια αφήγηση του Μίλτου Λιδωρίκη για τον πατέρα του Αλέκο Λιδωρίκη τα χρόνια της Κατοχής στον Γιώργο Α. Λεονταρίτη, που ο τελευταίος τα περιέλαβε στο βιβλίο του Αυτοί οι ωραίοι άνθρωποι… Δημοσιογραφία Θέατρο – Μια εποχή, Εκδόσεις Προσκήνιο 2005:

“Ένας δημοσιογραφικός τομέας στον οποίο επίσης ο Αλέκος Λιδωρίκης έδωσε δυναμικό “παρών” και συνήθως δεν τον αναφέρουν, είναι το χρονογράφημα. Υπήρξε και σ’ αυτό το είδος της δημοσιογραφίας άφθαστος. Κι έδειξε την ικανότητά του στα χρόνια της Κατοχής, όταν ήσουν αναγκασμένος να γράφεις – φυσικά – με περιορισμούς και έπρεπε να βρίσκεις κάθε μέρα θέματα μακριά από πολιτική και από την τραγική επικαιρότητα. Το χρονογράφημά του στην Ακρόπολη τότε, ήταν μια δροσερή πνοή για τον αναγνώστη. Ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, που τον έκανε να ξεχνά για λίγο την μαύρη καταχνιά.

Ο γιος του και αγαπημένος φίλος μου, ο Μίλτος, μου είχε αφηγηθεί συγκλονιστικές αναμνήσεις απ’ εκείνη την εποχή:

“Ο πατέρας μου τότε – όπως γνωρίζεις – έγραφε το καθημερινό χρονογράφημα στην Ακρόπολη. Κάθε πρωί, μέσα σε δύο ώρες, έπρεπε να έχει γράψει το χρονογράφημα. Οι τραγικοί χειμώνες της Κατοχής, το σκοτάδι, η παγωνιά, η σπαρακτική αδύναμη φωνή των πεινασμένων “πεινάω καλή μου κυρία, πεινάω…”, και θυμάμαι τον πατέρα στο παγωμένο σπίτι μας, να γράφει με το παλτό και με γάντια μάλλινα, να σταματάει, να εξεγείρεται. “Τι γράφουμε, έλεγε, όταν δεν μπορούμε να καταγγείλουμε τη γενοκτονία αυτή…”. Και με έπιανε τότε από το χέρι και με πήγαινε στο παράθυρο, να δω τη συμφορά. “Να θυμάσαι, πρέπει να θυμάσαι” μου έλεγε. Αλλά το χρονογράφημα έπρεπε να τελειώσει, να το μεταδώσει, όσο μπορούσε, να το επιτρέψει η λογοκρισία, μια θέρμη ανθρωπιάς και αισιοδοξίας, ότι ο εφιάλτης θα περάσει…”.

Αλλά ο Μίλτος μου είχε αφηγηθεί και κάτι άλλο σπουδαίο, που ο πατέρας του, για λόγους μετριοφροσύνης, δεν το ανέφερε.

“Ήταν σούρουπο, όταν ο πατέρας, μετά από μια επίσκεψή του στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, μας είπε: “Χάνουμε τον Ρίτσο, πεθαίνει από την πείνα”. Αμέσως παίρνει τα τηλέφωνα, να κινητοποιήσει συλλογικά όργανα και φίλους, να δώσει το σήμα του κινδύνου. Ήταν αναστατωμένος, ένα ράκος. Και με την αμεσότητα της συγκίνησης γράφει το χρονογράφημα με την κραυγή “Σώστε τον Ρίτσο”.

Το γεγονός αυτό, το έχει καταγράψει στο βιβλίο του Η μακρά πορεία ενός ποιητή ο Gerard Pierrat, που σημείωνε σχετικά: “Ο Ρίτσος βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο. Η αρρώστεια έχει ετοιμάσει μέσα του πρόσφορο έδαφος στα ολέθρια αποτελέσματα της ασιτίας. Ένας διάσημος δημοσιογράφος της εποχής εκείνης, ο Αλέκος Λιδωρίκης, που τον επισκέπτεται μια μέρα, τον βρίσκει σε τέτοια εξάντληση, που απευθύνει έκκληση από τις στήλες της μεγάλης κυκλοφορίας καθημερινής εφημερίδας Ακρόπολις. Τα γράμματα φθάνουν αθρόα στην σύνταξη [της εφημερίδας] και γίνεται ένας δημόσιος έρανος για να σωθεί ο ποιητής. Ο τελευταίος αρνείται να πάρει τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν και ζητάει να δοθούν στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών για να μοιραστούν ίσα στον καθένα. …”(βλ. σελ. 132-133).

Ποιας κατηγορίας δημοσιογράφος ήταν ο Αλέκος Λιδωρίκης; Και σ’ αυτό δίνει απάντηση το βιβλίο του Γιώργου Α. Λεονταρίτη· ήταν της κατηγορίας του Σοβιετικού Ηλία Έρενμπουργκ και του Αμερικανού Έρνστ Χέμινγουαίη (σελ. 128), αλλά και του αντιστασιακού-πολιτικού κλίματος του Αλέξανδρου Σβώλου (σελ. 133).

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.