Image

Δυο λόγια για τον Γεώργιο Παρίση

Όταν κόπηκε το νήμα της ζωής του Γεώργιου Παρίση, του αρχειοφύλακα της Λευκάδας, στην Επιθεώρηση Τέχνης, το καλό περιοδικό γραμμάτων και τεχνών των χρόνων του ‘50 και του ‘60, είδε το φως της δημοσιότητας ένα σημείωμα που έφερε την υπογραφή Σ[πύρος] Α[σδραχάς] – μερικά από αυτό το σημείωμα είναι αυτά που ακολουθούν:

“[…] Ο Γεώργιος Παρίσης, αρχειοφύλακας της Λευκάδας από το 1927 ως τα 1962, δεν σκέφτηκε ποτέ τη δημοσιότητα· προτίμησε να πραγματοποιήσει κάτι πιο διαφορετικό, μεγάλο και σιωπηλό: να ταξινομήσει αρκετές κατοσταριές χιλιάδες από έγγραφα, το σύνολο από το περιεχόμενο του Αρχειοφυλακίου της Λευκάδας.

Περισσότερο η σεμνότητά του – το κορύφωμα της ηθικής του ακεραιότητας – παρά άλλες αναστολές, τον εμπόδισε να ξεπεράσει την ανωνυμία· μια ανωνυμία σύμφυτη σε τόσα χρήσιμα έργα. Ίσως και η ταύτισή του με το Αρχειοφυλάκιο, όπου ξόδευε τ’ αποθέματα της μεγάλης του καρδιάς· γιατί ο Γεώργιος Παρίσης αισθανόταν ότι ο ίδιος ήταν ένα στοιχείο του Αρχειοφυλακίου του και το Αρχειοφυλάκιο ένα στοιχείο της προσωπικότητάς του. Αν ήταν λιγότερο ζωντανή η σχέση του με τα χαρτιά, ίσως αποφάσιζε να κάμει έναν κατάλογο των φακέλων που 35 ολόκληρα χρόνια σχημάτιζε, αφήνοντας έτσι και την τυπική πιστοποίηση του μεγάλου του έργου· ο Παρίσης όμως είχε μια προσωπικότερη σχέση με το Αρχείο του: το είχε όλο μέσα στο μυαλό του και στην καρδιά του. Όταν στα 1962, πικραμένος και πάντα ακέραια αξιοπρεπής, άφηνε πρόωρα τη θέση του κι ερχόταν συνταξιούχος στην Αθήνα και τα τελευταία έγγραφα του Αρχειοφυλακίου της Λευκάδας είχαν βρει τη θέση τους σ’ ένα φάκελο ή σε μια δεσμίδα.

Δεν είναι ο τόπος, ούτε τη στιγμή να εξηγήσει κανείς το έργο του Παρίση, τι σημαίνει ν’ αναπαρασταθεί στην αρχειακή ταξινόμηση εκατοντάδων χιλιάδων εγγράφων η διοικητική μηχανή των Βενετών, των δημοκρατικών Γάλλων, της Επτανήσου Πολιτείας, των αυτοκρατορικών Γάλλων, της Αγγλικής Προστασίας, των τοπικών πολιτικών και εκκλησιαστικών Αρχών, των δικαστηρίων· όποιος γράψει κάποτε την ιστορία του Αρχειοφυλακίου Λευκάδας, θα έχει τις προϋποθέσεις για να σκιαγραφήσει και του [Γεωργίου] Παρίση το έργο.

[…] Πολλοί του χρωστάνε πολλά· όχι μόνο όσοι συνεργάστηκαν μαζί του και άντλησαν από την εμπειρία του, όσοι βρήκαν στη δική του δουλειά τις προϋποθέσεις για τη δική τους· αλλά όλοι, όσοι έχουν έγνοια για την προκοπή της σπουδής για τον Νέο Ελληνισμό. Ο Γεώργιος Παρίσης πρόσφερε τον εαυτό του αθόρυβα και αποτελεσματικά στην πραγματοποίηση αυτής της προκοπής”.

Μένει τώρα να σημειώσω το τεύχος της Επιθεώρησης Τέχνης που δημοσιεύτηκαν τα παραπάνω – πρόκειται λοιπόν για το τεύχος 114 (Ιούνιος 1964).

Κώστας Π. Παντελόγλου