Δυο λόγια για τη δημιουργία του Δημοκρατικού Κόμματος του Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ)

Σε συνθήκες ήττας της ΕΠΕΚ στις βουλευτικές εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952, κρίσης στις γραμμές της και τέλος του θανάτου του ηγέτη της Νικολάου Πλαστήρα στις 26 Ιουλίου 1953, απελευθερώθηκαν πολιτικές εξελίξεις.

Ήδη στις 10 Ιουλίου 1953, ο Γεώργιος Καρτάλης, με πέντε βουλευτές της ΕΠΕΚ (Στ. Αλαμανής, Κ. Βασαρδάκης, Χρ. Κόρακας, Ι. Ριζιώτης και Γρ. Γρηγορίου), ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο λίγο αργότερα (1 Σεπτεμβρίου 1953) ενοποιήθηκε με το Σοσιαλιστικό Κόμμα-Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΣΚ-ΕΛΔ) και συγκροτήθηκε το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ) με συναρχηγούς τον Αλέξανδρο Σβώλο και τον Γεώργιο Καρτάλη.

Τελικός σκοπός του ΔΚΕΛ διακηρύχθηκε “η εγκαθίδρυσις εις την Ελλάδα πλήρους πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας, με την μετάβασιν από την σημερινήν ασύδοτον κυριαρχίαν του κεφαλαιοκρατικού κέρδους εις μίαν οργάνωσιν της οικονομίας, βασιζομένης εις τας κοινωνικάς ανάγκας και από το σημερινόν καθεστώς της κοινωινκής ανισότητος, εις καθεστώς κοινωνικής δικαιοσύνης”.

Η παραγωγική ανάπτυξη της χώρας με ολοκληρωμένο σχέδιο, η εθνικοποίηση της πίστης και βασικών και κοινωφελών επιχειρήσεων, η ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος, η υποστήριξη των οικονομικών και κοινωνικών διεκδικήσεων των εργαζολένων, η πλήρης κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια για ολόκληρο τον λαό, η απελευθέρωση των εργατικών συνδικάτων από την επιβολή της ολιγαρχίας, η πλήρης νομική πολιτική και κοινωνική ισότητα των δύο φύλων, αποτελούσαν τις επιδιώξεις για την επίτευξη του σκοπού του.

Στη δεκαπενταμελή κεντρική επιτροπή του ΔΚΕΛ περιλαμβάνονταν οι: Ν. Ασκούτσης, Στρ. Σωμερίτης, Δ. Στρατής, Ανδρ. Ζάκκας, Γιαν. Παπαθεοδώρου κά., ενώ το 29μελές γενικό συμβούλιο είχε πρόεδρό του τον Περικλή Αργυρόπουλο.

Για τα παραπάνω, βλ. και Ηλίας Νικολακόπουλος, “Το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ)”, κείμενο στο Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ο Γεώργιος Καρτάλης και η Δύσκολη Δημοκρατία. Σαράντα χρόνια από τον θάνατό του, Αθήνα 1998, σελ. 35-54.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση