Περί ερασιτεχνών κι επαγγελματιών στον αθλητισμό

Πέρασαν μερικές εβδομάδες, αλλά πρέπει να το πούμε για να μη μένει έτσι ως εντύπωση στον αέρα: Ο Διαμαντής Σεϊτανίδης έχει λάθος στο κείμενό του της 28ης Ιουλίου 2017, όπου υποστηρίζει ότι “στις μέρες μας δεν είναι ο ερασιτεχνικός, αλλά ο επαγγελματικός αθλητισμός που ελκύει εκατομμύρια πολιτών ανά τον κόσμο”.

Δυστυχώς για τον ισχυρισμό του Διαμαντή Σεϊτανίδη, τα νούμερα δε βγαίνουν. Ας δούμε τι λέει επ’ αυτού η FIFA σε μια μεγάλη έρευνα που έκανε προ δεκαετίας και αποτελεί καλή βάση τεκμηριωμένης συζήτησης. Τα νούμερα αναφέρονται σε παγκόσμιο επίπεδο και συλλέχθηκαν από τη FIFA μέσω των εθνικών ομοσπονδιών το 2006:

Παίκτες ποδοσφαίρου: 264.552.000
Παίκτες με δελτίο: 38.287.000
Επαγγελματίες με δελτίο: 113.000
Ερασιτέχνες με δελτίο: 15.481.000
Ανήλικοι με δελτίο: 21.548.000
Παίκτες χωρίς δελτίο: 226.265.000

Το 2006, στη Γερμανία, το 20% του γενικού πληθυσμού είχε δελτίο παίκτη της εκεί ομοσπονδίας, ενώ στις ΗΠΑ του επαγγελματικού, κατά τ’ άλλα, αθλητισμού, είχαν δελτίο ποδοσφαιριστή 4.187.000 άτομα, εκ των οποίων 1.670.000 γυναίκες. Μόνο 1.463 ήταν οι επαγγελματίες στις ΗΠΑ. Στη Βραζιλία, που ερχόταν πρώτη αριθμητικά στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, υπήρχαν 16.200 επαγγελματίες, ακολουθούσε η Αγγλία με 6.000 επαγγελματίες, ενώ η Ελλάδα είχε τότε 1.818 επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, περισσότερους κι απ’ αυτούς των ΗΠΑ.

Το να λέει, λοιπόν, κανείς ότι δεν ελκύονται εκατομμύρια πολιτών απ’ τον ερασιτεχνικό αθλητισμό κι ότι εν ολίγοις όποιος τον στηρίζει είναι εκτός πραγματικότητας και εκτός εποχής, είναι απλώς λάθος, ακόμη και στην καρδιά του σύγχρονου καπιταλισμού κι απ’ τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, σύμφωνα με τα στοιχεία της FIFA.

Αναμφίβολα, το γενικό κοινό δείχνει κάποιο ενδιαφέρον για τον επαγγελματικό αθλητισμό. Όμως, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, αυτό γίνεται όχι με την ιδιότητα του καθενός ως πολίτη, αλλά με την ιδιότητά του ως πελάτη ενός εμπορικού προϊόντος, κατηγοριοποιημένου μάλιστα ως οπαδού της τάδε ή της δείνα ομάδας (άρα με φαντασιακό ιδεολογικό βάρος· αλλά στον καπιταλισμό τα εμπορικά προϊόντα έχουν τη διαφημιστική τους δικαιολόγηση, καθώς συνήθως δεν είναι η αξία χρήσης που τα καθιστά πωλήσιμα).

Το εμπορικό προϊόν “ποδόσφαιρο” πωλείται στο γήπεδο, με το αντίτιμο του εισιτηρίου, και στην τηλεόραση, με το έμμεσο αντίτιμο της κατανάλωσης των διαφημιζόμενων προϊόντων ή με το άμεσο των πακέτων της συνδρομητικής τηλεόρασης. Στην Ελλάδα, η πρόσφατη νέα συμφωνία της NOVA με τη Super League λέει ότι το τηλεοπτικό προϊόν της πρώτης επαγγελματικής κατηγορίας αξίζει κάπου 30 εκατομμύρια το χρόνο. Μόλις.

Μήπως όμως δίνουν άλλη εικόνα τα εισιτήρια; Ας μην κλέψουμε εκκλησία επικαλούμενοι πωλήσεις εισιτηρίων στα ελληνικά γήπεδα, με την αναιμική παρουσία του κοινού· ας δούμε τα περίπου 13 εκατομμύρια εισιτήρια το χρόνο της πρώτης γερμανικής κατηγορίας, της Μπουντεσλίγκα, που έχει τον υψηλότερο ευρωπαϊκό μέσο όρο ανά παιχνίδι, επιπέδου 40.000 θεατών, ενώ ταυτόχρονα για διάφορους λόγους είναι και από τα φθηνότερα εισιτήρια στην Ευρώπη: σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της έγκυρης Die Zeit, τα θέατρα της Γερμανίας επιτυγχάνουν αθροιστικά σχεδόν τριπλάσιο αριθμό εισιτηρίων: 35 εκατομμύρια εισιτήρια! Μήπως πρέπει να ψάχνουμε αλλού για “αναπτυξιακά έργα”;

Αν ανοίξει κανείς ένα απλό και μάλλον mainstream εγχειρίδιο κοινωνιολογίας του αθλητισμού, απευθυνόμενο σε αθλητές, όπως για παράδειγμα εκείνο που έχουν επιμεληθεί οι Peter Craig και Paul Beedie (καθηγητές κι οι δυο τους στο τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του πανεπιστημίου του Μπέντφορσαϊρ), η πρώτη παρατήρηση που συναντά κανείς για τη διείσδυση του αθλητισμού στο σύγχρονο κόσμο, είναι ότι στο δυτικό κόσμο όλοι έχουν αθλητικά παπούτσια· ένα εμπορικό προϊόν δηλαδή, που δεν αποτελεί ούτε αναγκαία, ούτε ικανή συνθήκη για την άθληση, λογίζεται όμως στον ευρύτερο κύκλο του τζίρου του επαγγελματικού αθλητισμού, άμεσα ή έμμεσα.

Άλλο λοιπόν οι πολίτες, άλλο οι πελάτες. Ας το πει λοιπόν σωστά ο Διαμαντής Σεϊτανίδης, αφού αναμφίβολα το καταλαβαίνει: Ο επαγγελματικός αθλητισμός ελκύει δισεκατομμύρια πελατών ανά τον κόσμο, ελκύει καταναλωτές προϊόντων που βασίζονται στην αναγνωρισιμότητα των πρωταγωνιστών του, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στη διείσδυση της τηλεόρασης και το διαφημιστικό χρήμα. Αυτό ισχύει.

Όσο για την συζήτηση για το Άλσος, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιος και πότε επιχείρησε να την ξεκινήσει στα σοβαρά, μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια…

π.

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση