Η Μικρασία κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Το Αιγαίο συννέφιασε

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος

Από την «Αστροφεγγιά» του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου το παρακάτω απόσπασμα (από τη δεύτερη έκδοσή της), που ο συγγραφέας της το παράθεσε και στο κείμενό του με τίτλο: «Το ξερρίζωμα και οι ξερριζωμένοι», το οποίο αποτελούσε τη συμβολή του στο αφιερωματικό τεύχος «Μνήμη Μικράς Ασίας» του περιοδικού «Νέα Εστία» τα Χριστούγεννα του 1972, μ’ αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

«Ύστερα, ήρθε το μεγάλο κακό. Η Ανατολή ξερνούσε, ξερνούσε. Μαυρολογούσαν τα νησιά, τα περιγιάλια, οι δρόμοι, οι κάμποι, οι πολιτείες. Το Αιγαίο συννέφιασε. Η μεγάλη φλόγα της Σμύρνης σκόρπισε τ’ αποκαΐδια, τη στάχτη, τον οδυρμό και το θρήνο παντού -γέμισαν οι ψυχές τ’ αποκαΐδια, γέμισαν στάχτη τα φρένα κι η φλόγα χόρευε κι έγλειφε τις στεριές και τις θάλασσες. Η Μικρασία κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Ορφανεμένη, ξεσπιτωμένη, ξεμαλλιασμένη, ξεστηθιασμένη, θεόφτωχη. Και τα καράβια φορτώθηκαν τ’ απομεινάρια της, τα δάκρυά της, τον τρόμο της, τον απίστευτο παιδεμό της και τον κουβαλούσαν, κοντανασαίνοντας, όπου λεύτερη γης, όπου μια φούχτα χώμα αναπαμένο. Ανιστόρητο πράμα, που δεν είχε ματασταθεί· ένα πρόσωπο αλλιωτεμένο, με τα μάτια θολά, στυλωμένα κατά το ηλιόγερμα, με τα χείλη παγωμένα σε σπασμό φρίκης. Μέρα και νύχτα ό,τι πρόφταινε να γλυτώσει, ό,τι μπορούσε να σωθεί δρασκελούσε τη θάλασσα κι ερχόταν ν’ απαγγιάσει εδώ χάμου: άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά, τα γλυκά κορίτσια της Ιωνίας και οι νικημένοι στρατιώτες και τα κανόνια και τ’ άλογα και ό,τι απόμεινε από το βιος του σπιτιού, από την παλιά ευτυχία και την αγάπη. Οι δρόμοι από τα λιμάνια στις πολιτείες μερμήγκιασαν· πηχρό και πονεμένο ανθρωπολόι, πεινασμένο, λαβωμένο, απελπισμένο, που μόλις κατάφερνε να σύρει τα πόδια του. Αποζητούσε το τίποτε: ένα κομμάτι ψωμί, ένα κομμάτι πανί για να ντύσει τη γύμνια του, ένα κομμάτι σκεπή για ν’ αναπάψει το κουρασμένο κορμί του και να μπορέσει να κλάψει, να θρηνήσει τον εαυτό του, τους άλλους, το έχει του τ’ όνειρό του, που έσβησε πέρα εκεί μακρυά, πίσω από το πορφυρό παραπέτασμα της λαίμαργης φλόγας. Κι όλοι ρωτούσαν: «Τι θ’ απογίνουμε;» … και τ’ αμπάρια άδειαζαν την κοιλιά τους, ολοένα την άδειαζαν, και ξανάφευγαν, σα να τα κυνηγούσαν οι δαίμονες, για να πάρουν και πάλι ό,τι προφτάσουν, κι απάνου στο παλιό ανθρωπολόι κανούργιο σωριαζόταν…»

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση