Ορισμένα για τα Βουρλά της Μικράς Ασίας, για την Αναξαγόρειο Σχολή τους, για τον Μητροπολιτικό Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου (και την εικόνα της Παναγίας της Βουρλιώτισσας) .1

panagiaΣήμερα, αύριο και μεθαύριο θα φιλοξενήσω στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» ένα γραφτό Μικρασιάτη, κοσμοπολίτη των γραμμάτων μας που έζησε τα παιδικά του χρόνια στα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Το γραφτό του αυτό, που αναφέρεται σε όσα στον τίτλο σημειώνω, πρωτοδημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην βδομαδιάτικη εφημερίδα «Προσφυγικός Κόσμος» το έτος 1928.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν διαβάζοντας σήμερα το πρώτο μέρος αυτού του γραφτού:

«Το Αρρεναγωγείο της Αναξαγορείου Σχολής ήταν ομορφοχτισμένο, αερικό και ψηλό Μέγαρο, κοντά στην Μητρόπολη της Παναγίας. Φοιτούσαν κάπου εξακόσιοι μαθηταί πριν το 1907. Στην μεγάλη είσοδο θυμούμαι ακόμη, δίπλα στο πετρελαιοφάναρο της Τουρκικής κακοδαιμονίας που … φώτιζε τον στενό δρόμο, την πινακίδα «Αναξαγόρειος Σχολή» και κάτω από τ’ όνομα ξασπροθωρισμένο από το ηλιοβόρι, ζωγραφιστό ένα λυχνάρι όπως ξεσκάφτονται στα συντρίμματα αρχαίων πόλεων, με την φλόγα που θα συμβόλιζε βέβαια το φως της γνώσεως και τον νουν του Κλαζομένειου Αναξαγόρα. Μόλις περνούσες την καγκελωτή θύρα έμπαινες στον Περίβολο όπου κατέβαιναν τα παιδιά τα διαλείμματα. Αριστερά και δεξιά του Κτιρίου το Γυμναστήριον.

Από την δημοσιά που ανηφόριζε από την Σκάλα στον Βουρλά φαινόντανε το μεγαλόπρεπο αρχοντικό Κτίριο, το καμάρι των Βουρλιωτών. Ο Ευρωπαίος υπερηφανεύεται για τα πάρκα, τα θέατρα και την ευμάρεια της ιδιαίτερής του πατρίδος, ο υπόδουλος Έλληνας καμάρωνε τα σχολειά του, όπου συνεκέντρωνε όλο το ξεχείλισμα του ανθρωπισμού του, αφού δεν είχε λόγο στου ξένου Κράτους τα πράματα.

Το Παρθεναγωγείο τότε ήταν χωριστό δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, μέσα σ’ ένα μάλλον στενό κι’ ανήλιο οίκημα. Με τον καιρό πλήθυναν τα σχολιαρόπουλα· οι Βουρλιώτες, ευλογημένοι πάντα με πολλά παιδιά και μη μπορώντας να τα οικονομήσουν όλα στην δουλειά των αμπελιών, βάλθηκαν να «τα μάθουν γράμματα» για να τα στέλνουν ύστερα στην Σμύρνη, στην Αθήνα ή και στην Ευρώπη. Αλλά κι’ από μίαν αξιοπρόσεκτη ευγενική φιλοδοξία άρχιζαν από τότε να τα φέρνουν σε μεγαλύτερο βαθμό στο σχολείο. Πολλοί από τους πελάτες των εμπόρων που αγόραζαν την σταφίδα τους τον Αύγουστο όταν ήταν να υπογράψουν τα «ομόλογα» για τα χρήματα που οι έμποροι τους πλήρωναν προκαταβολικώς τον χειμώνα ή την άνοιξη κοκκίνιζαν κι’ έλεγαν σιγά-σιγά, ντροπαλοί: – Αφεντικό, δεν ειξέρω γράμματα! Και υπόγραφαν μ’ ένα σταυρό άνισο και κλαδωτό, χαράζοντάς τον με την πέννα που την έπιαναν στα τρεμάμενα δάχτυλα, αδέξια καθώς τα μικρά παιδιά στα πρώτα τους σχολικά βήματα.

Η Δημογεροντία και η Εφορία αποφάσισαν το 1907 (ή 1908) να βάλουν εμπρός ένα νέο Κτίριο, που θάτανε ακόμη μεγαλύτερο κι’ ομορφώτερο από το Αρρεναγωγείο. Τα χρήματα δεν έσωναν μ’ όλον που είχε γίνει έρανος ανάμεσα στους προκρίτους και δυο-τρεις μεγάλοι ευεργέτες έδωσαν σεβαστά ποσά, εκτός που υπήρχαν μαζεμένα κάμποσα κληροδοτήματα. Το καινούργιο Κτίριο θα στέγαζε το Αρρεναγωγείο που είχε πάντα περισσότερους μαθητές και Παρθεναγωγείο θα γίνονταν το παλαιό Μέγαρο.

Ήμουν ακόμη παιδί. Στην Αναξαγόρειο είχα πάγει ως την τρίτη τάξη Δημοτικού· από εκεί μ’ έστειλαν οικότροφο στην Σμύρνη, στην γνωστή Σχολή Χ.Αρώνη. Το καλοκαίρι του χρόνου που είχε αρχίσει το χτίσιμο (του νέου Κτιρίου) είμαστε, όπως πάντα, για εξοχή στην Σκάλα του Βουρλά, εκεί που ήταν άλλοτε η αρχαία πόλις Κλαζομεναί. Πρωί-πρωί που ξυπνούσαμε στην ονειρεμένη εκείνη χώρα πηγαίναμε κατ’ ευθείαν στην ακροθαλασσιά με την μπουκιά στο στόμα. Όλα μας ενδιέφεραν: οι ναύτες που αγουροξυπνημένοι σάρωναν κι’ έπλεναν τα παραδαλοβαμμένα τους καΐκια κι’ άναβαν την φουφού για το μεσημεριανό φαγί. Τα νέα καράβια πούχαν ρίξει άγκυρα από βραδύς εμπρός στο λοιμοκαθαρτήριο του Άη Γιάννη με ανεβασμένη την κίτρινη σημαία. Ψαράδες που ξεκινούσαν για να ρίξουν τα παραγάδια με μαντηλοδεμένα τα κεφάλια λιγομίλητοι σαν στρατιώτες σκοποί. Οι αγριομάτηδες τουρκολαζοί τελωνοφύλακες που βάναυσοι κι’ αιμοβόροι περνούσαν από την νυχτερινή τους περιπολία να πάνε να πλαγιάσουν στα καΐκια τους τ’ αραγμένα πέρα κει στην ακρογιαλιά των «καλαμιών». Τους κοιτάζαμε ζαρωμένοι από φόβο και μας φαίνονταν περίεργο πώς μπορούσαν και σήκωναν στην ζώνη και στο στήθος τόσα πιστόλια, μαχαίρια και τόσες σφαίρες. Πολλοί Βουρλιώτες, συνεννοημένοι με Σαμιώτες, έφερναν τα χρόνια εκείνα με κίνδυνο της ζωής τους από την Σάμο κι’ άλλα ελεύθερα νησιά καπνό κρυφά στα Βουρλά. Τους λέγανε «κοντραμπατζήδες» (κοντρεμπαντιέ). Ήταν παλληκάρια κι’ αψηφούσαν τον κίνδυνο. Πόσους βλέπαμε να τους περνούν οι τουρκολαζοί μέσα από την Σκάλα (του Βουρλά), άλλους δεμένους πισθάγκωνα με σχοινιά και σίδερα, δυο-δυο σαν ζώα, με άχτι χτυπώντας τους με το καμτσίκι ή με τον υποκόπανο, κι’ άλλους κυλισμένους μέσα στο αίμα τους, ριγμένους κουβάρι πάνω σε σακκούλες όπου ξεχώριζαν τα γυαλένια από τον πόνο μάτια τους κάτω από τα μουσκεμένα από θαλασσινό νερό μαλλιά τους. Ο Σαμιώτικος καπνός κυκλοφορούσε ανάμεσα στους μυημένους κι’ ήταν πολύ πιο φτηνός από τον Τούρκικο του μονοπωλίου. Πολλές φορές οι τουρκολαζοί έπιαναν την νύχτα λαθρεμπορικά καΐκια κι’ ακουάμε τουφεκιές κι’ εβλέπαμε να περνούν τρεχάτοι μέσα απ’ το κοιμισμένο χωριό κατά την άλλη ακρογιαλιά και με τα μαρτίνια τους σε στάση εφόδου άλλους τουρκολαζούς που πήγαιναν να μεταπιάσουν στ’ αδέρφια τους.

Τα σκεπαρνίσματα των καλαφατών ρύθμιζαν όλη αυτή την κίνηση σαν χτυπήματα γιγαντιαίου ρολογιού και τα καζάνια όπου έβραζαν η πίσσα και το κατράμι λες κι’ άξιζαν να μυριοψήσουν της φυλής μας τις βλαβερές δεισιδαιμονίες».

Τελειώνει στο σημείο αυτό το πρώτο μέρος του γραφτού που αναφέρεται στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, στην Αναξαγόρειο Σχολή τους και στον Μητροπολιτικό Ναό της Κοιμήσεως Θεοτόκου (αλλά και στην εικόνα της Παναγίας της Βουρλιώτισσας) – αύριο, και πάλι στην στήλη «Μικρασιατικές Σελίδες» του «Κόσμου της Ν.Φιλαδέλφειας», θα καταχωρήσω το δεύτερο μέρος αυτού του γραφτού.

Κώστας Π. Παντελόγλου