Στα έρημα τότε Πατήσια (1911)

1912 στο Κράσι της Κρήτης. Διακρίνονται από αριστερά Γαλάτεια  Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης.
1912 στο Κράσι της Κρήτης. Διακρίνονται από αριστερά Γαλάτεια Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης.

Όσα ακολουθούν είναι απόσπασμα από το βιβλίο της Ἐλλης Αλεξίου «Για να γίνει μεγάλος», που αναφέρεται στο Νίκο Καζαντζάκη – κεφάλαιά του πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο είχαν δημοσιευτεί στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (βλ. αρ. τεύχους 135, Μάρτης 1966)· από εκεί όσα παρακάτω καταχωρώ:

«Ο Νίκος και η Γαλάτεια, μόλις πήγαμε, μας είπαν πως σαν θα φεύγαμε θα ήρχωνταν κι εκείνοι στο Ηράκλειο. Εκεί ήρθανε μερικοί νεαροί συγγραφείς και μας επισκεφθήκανε. Ήρθε ο Αυγέρης, ο μετέπειτα άντρας της Γαλάτειας, ήρθε ο Βάρναλης, σήμερα επιβλημένος ποιητής της Ελλάδας, βραβείο Λένιν … και πιο συχνά απ’ όλους ο Ιωάννης Ζερβός (που ήταν τότε ο επιμελητής της «Βιβλιοθήκης Φέξη» και δοκιμιογράφος με μεγάλη φήμη, σοφός μεταφραστής του Νίτσε). Κοντά τους καθότανε κι ο ποιητής Νίκος Ποριώτης. Τότε η περιοχή ήταν πολύ αραιοκατοικημένη. Σ’ όλη την έκταση απλώνουνταν χωράφια και πού και πού κανένα σπίτι. Εκεί θα τους τράβηξε η ησυχία και η φτήνεια.

Το καλοκαίρι λοιπόν του 1911 ο Λευτέρης κι εγώ το κάναμε κοντά τους στα έρημα τότε Πατήσια. Το σπίτι τους ήταν στην μέση από ένα τεράστιο ανθόκηπο. Οι γαρυφαλλιές που πουλιούνταν πέντε-πέντε στο μάτσο, και τα τριαντάφυλλα, οι νερανγκούλες και οι γκλαϊόλες απλώνουνταν σε ατελεύτητες πρασιές. Και τις νύχτες ακούγαμε από τ’ ανοιχτά παράθυρα το νερό να τρέχει στ’ αυλάκια. Θα ήταν ωραία η διαμονή, αν μπορούσαμε να χαρούμε. Η Γαλάτεια στην αρχή τίποτε δεν είπε, για την πείνα που τους έδερνε. Ένα μόνο πρωί ο Νίκος σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι από πολύ νωρίς. Εγώ κι η Γαλάτεια τριγυρίζαμε και κάναμε νοικοκυριές. Το σπίτι τους όμως δεν έδινε την εικόνα της τάξης. Κι αυτό μου κάνει εντύπωση την πρώτη στιγμή, γιατί ήξερα ως ποιο σημείο η Γαλάτεια ήταν μανιώδης στην τάξη και την νοικοκυρωσύνη.

Ο Λευτέρης είχε κι αυτός φύγει.

-Δεν μαγειρεύομε τίποτε σήμερα, μου λέει σε μια στιγμή η Γαλάτεια, γιατί ο Νίκος επιστρέφοντας θα κρατάει κιμά, και θα κάνουμε κεφτέδες.

Περνούσαν οι ώρες κι ο Νίκος δεν φαινόταν. Πήγε έντεκα, πήγε δώδεκα, πήγε μία…

-Ξέρεις τι γίνεται; μου λέει η Γαλάτεια, κάτι χρήματα χρωστούσε στο Νίκο ο Φέξης κι είχε πάει να τα πάρει … μα δεν θα του τα ‘δωσαν και μη έχοντας τα ναύλα για το τραμ θα ‘ρχεται με τα πόδια…

Αυτό ήταν.

Σε λίγο έφτασε ο Νίκος. Ήταν κάθιδρος. Αυτή την στιγμή που γράφω την λεπτομέρεια και τον ξέρω πεθαμένο, και ξέρω απλωμένη την φήμη του και τα βιβλία του μεταφρασμένα σ’ όλες τις γλώσσες και περιζήτητα, δεν καταφέρνω να μη σταματήσω λίγα λεπτά να του κάνω μικρό μνημόσυνο δακρύων … καημένε Νικάκι, σαν να ‘ναι τούτη η ώρα… Δεν μίλησε καθόλου. Ούτε στην Γαλάτεια ούτε σε μένα. Τίποτα. Μπήκε κατ’ ευθείαν στην κάμαρά του κι έκλεισε την πόρτα. Δεν εξηγήθηκε.

-Συνέβη αυτό που σου ‘λεγα, δεν τού ‘δωσαν τα χρήματα και ήρθε πεζός.

-Και τώρα, της λέω, τι θα φάει;

-Άμα δεν έχομε τίποτα, κάνει τσάι.

Κάναμε κι οι δυο μας τσάι και το ρουφήξαμε δίχως ψωμί. […]».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση