Για τον μπάρμπα Τάσο Χατζηπαντελή του «Κρίνου»

Ο «Κρίνος» ήταν ζαχαροπλαστείο· δυο οι πόρτες του· μια στη Δεκελείας, η κυρία του είσοδος. Και μια στην οδό Μυριοφύτου, εκείνη του εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής του μπάρμπα Τάσου Χατζηπαντελή.

Ενός ανθρώπου κάποιας ηλικίας, όπως τον γνωρίσαμε εμείς, μικρά παιδιά τα χρόνια του ’50 και αργότερα μεγαλύτεροι, μια γλυκιά φυσιογνωμία που τη στεφάνωναν λευκά μαλλιά κι ένα πάντα γλυκό χαμόγελο, σαν τα γλυκά του εκείνα του ταψιού (καταΐφια, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα), αλλά και τις πάστες του (τις αμυγδάλου και τις σοκολατίνες του).

Ξεχωριστές και οι καραμέλες του, που ξετρέλαιναν ειδικά τα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, βαλμένες σε κάτι μεγάλα διάφανα βάζα στολισμένα -ναι, στολισμένα είναι η σωστή λέξη- στα ράφια του ζαχαροπλαστείου του. Στις προθήκες τριγύρω στους τοίχους του ζαχαροπλαστείου του μπάρμπα Τάσου τα γλυκά ταψιού, αλλά και οι πάστες του.

Ο μπάρμπα Τάσος δεν κρατούσε μόνος του το ζαχαροπλαστείο «Κρίνος», το δημιούργημά του· τον παράστεκαν η γυναίκα του, μα και η κόρη του, στο ταμείο κυρίως· σπανιότερα ο γιος του.

Στη δούλεψή του ο παραγιός του ο Θεολόγος· αυτός μετέφερε, παίρνοντάς τες από το εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του μπάρμπα Τάσου, τις μεγάλες λαμαρίνες με τα γλυκά του ταψιού για να ψηθούνε στον παραδίπλα, στην οδό και πάλι Μυριοφύτου, φούρνο του Κελάνδρια. Και ο ίδιος μετέφερε απ’ του Κελάνδρια το φούρνο, στο ζαχαροπλαστείο «Κρίνος» τα λαχταριστά σε μικρούς και μεγάλους γλυκά του ταψιού του μπάρμπα Τάσου.

Οι πελάτες του «Κρίνου» μπορούσαν να φάνε το γλυκό τους καθισμένοι στα τραπεζάκια του, που άπλωνε στο πεζοδρόμιο προς τη Δεκελείας όταν είχε καλό καιρό, το καλοκαίρι κυρίως· και μέσα στον «Κρίνο» χειμώνα καιρό· ήταν μεγάλη η αίθουσά του.

Οι πελάτες του μπάρμπα Τάσου παίρναν όμως και γλυκά για το σπίτι τους ή και για να τα πάνε δώρο σε μια γιορτή, σε γενέθλια, σε επίσκεψη σε συγγενείς ή σε φίλους, μέσα ή και έξω από τη Νέα Φιλαδέλφεια ευρισκόμενους.

Χαρακτηριστικά τα δισκάκια που επάνω τους τοποθετούσε τα γλυκά και καλλιτεχνικότατο και ασφαλές το περιτύλιγμά τους· χρειαζόταν ωστόσο και κάποια προσοχή στη μεταχείριση του πακέτου.

Ο μπάρμπα Τάσος ήταν φίλος με τον πατέρα μου Παντελή Παντελόγλου, εξ ου και η παρουσία μας στον «Κρίνο», μετά μια κινηματογραφική προβολή στο «Βόσπορο» της πλατείας Πατριάρχου· ή τα γλυκά ταψιού και οι πάστες από τον «Κρίνο» του μπάρμπα Τάσου στο σπίτι μας στην οδό Κυδωνιών, αργότερα στην οδό Πίνδου, τέλος στην οδό Αγίου Ιωάννου στη Νέα Μάδυτο (ένα μικρό μερτικό σιγά-σιγά είχε κερδίσει και ο Παναγιώτης Κανάκης λόγω της απόφασης των προοδευτικών της Νέας Φιλαδέλφειας να τον ενισχύσουν).

Στα χρόνια της Κατοχής, με τα σκαλτσούνια του μπάρμπα Τάσου επιχείρησε ο πατέρας μου να εξοικονομήσει τα προς το ζην – μάταιος κόπος· κάθε λίγο έχανε ολόκληρο τον νταβά από τους πεινώντες τριγύρω, ειδικότερα την πιτσιρικαρία.

Κι όπως τίποτε άλλο τριγύρω δεν κινούνταν, παρότι ο πατέρας μου είχε βγάλει την Παπαστράτειο Σχολή Παιχνιδιών και Διακοσμητικής και είχε δουλέψει προπολεμικά και σε καλλιτεχνικές εργασίες (με το δάσκαλό του Σπύρο Βασιλείου), αλλά και σε βιομηχανικές επιχειρήσεις, τη λύση έδωσαν τα τσιγάρα του Μανόλη Μακρή· γι’ αυτά όμως μιαν άλλη φορά.

Δε θα έπρεπε να τελειώσω το σημείωμά μου αυτό χωρίς να αναφέρω πως ο μπάρμπα Τάσος Χατζηπαντελής, τα χρόνια της Κατοχής, έπραξε το προς την πατρίδα καθήκον· δεν ήθελε ωστόσο να γίνεται λόγος αναλυτικά γι’ αυτό, όπως με είχε ενημερώσει ο πατέρας μου…

Σέβομαι την επιθυμία του. Και σταματώ εδώ!

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση