Για τον Κωνσταντίνο Παρθένη και τη ζωγραφική του (Μια ομιλία του ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη – 1966) .2

parthenisΚαταχωρώ σήμερα και το δεύτερο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – το πρώτο μέρος το καταχώρησα πάλι εδώ, στον Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας.

“Ο Παρθένης δημιούργησε με το ταλέντο του έναν μεγάλο ενθουσιασμό. Έφερε αλλαγή στην Ελληνική ζωγραφική την επηρεασμένη από το Μόναχο. Έφερε χρώμα και πιο πολύ σχέδιο. Η γραμμή που είχε γεννηθεί εδώ στα παλιά χρόνια ξανάρθε πάλι μέσα στην Ελληνική τέχνη. Με το έργο του βρίσκεται έτσι σε αντίθεση με τους άλλους ζωγράφους που είδαν ευχάριστα γλυκά χρώματα, αραβουργήματα γραμμών, που παράλειψαν να εκτιμήσουν τη συνέπεια γραμμής-χρώματος και χρώματος-γραμμής. Ο Παρθένης προσπάθησε να συλλάβει το άπιαστο, το πολύτιμο Αττικό αίσθημα, και σ’ αυτό δεν μοιάζει με τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό αποτελέι και το μεγάλο δίδαγμα του Παρθένη. Και ενώ κάνει μια ζωγραφική που ο μέσος Ευρωπαίος ονομάζει διακοσμητική ζωγραφική βάζει μέσα εκείνο που νιώθει ακόμα κι ένας απλός άνθρωπος όταν περνά κάτω από την Ακρόπολη. Αν δεν νιώσουν οι Έλληνες το δίδαγμα της τέχνης του Παρθένη δεν μπορούν να πάρουν μέρος στην Κοινή Αγορά ητς Τέχνης, που έχει αρχίσει πολύ πριν από την Κοινή Αγορά που ξέρουμε.

Οι τεχνοτροπίες παρέρχονται, μένει όμως η αίσθηση που κλείνει το έργο τέχνης. Έτσι π.χ. και ο Πονσέν, που ήταν μαθητής της τρεχούσης διακοσμητικής ζωγραφικής της Ιταλίας, μέσα από τις προσαρμογές του σ’ αυτές τις τρέχουσες απαιτήσεις βλέπει την ουσία της Γαλλικής διαφάνειας. Τα μάγουλα, τα στήθη, τα χέρια, από τις φιγούρες του Πονσέν μάς μιλούν για την ακρίβεια των Γάλλων που δεν έχει σκληρότητα.

Έτσι τα είδε τα πράγματα και ο Παρθένης στην πρώτη περίοδο της φωβιστικής, όπως και οι άλλοι Έλληνες. Στην δεύτερη γίνεται ένας σκληρός τεχνίτης, όπως οι βυζαντινοί και οι μωσαϊστές, χωρίς καμμιάν αισθηματολογία. Στα ώριμα έργα του η κλίμακα των χρωμάτων φτωχαίνει, περιορίζεται στα γεώδη, ανακαλύπτει την Αττική λεπτότητα, είτε κάνει ένα κανάτι είτε τον Αθανάσιο Διάκο.

Ομολογώ πως έμαθα πολλά τεχνικά πράγματα από τον Παρθένη, από την ποιοτική προσφορά του, αρκεί να την βλέπει κανείς. Όταν έγινε Καθηγητής στο Πολυτεχνείο, όλ’ αυτά που δίδασκε δεν ήταν βέβαια πρωτότυπα. Πρωτότυπη ήταν η αυστηρότητα που εφαρμοζόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η ατμόσφαιρα της Σχολής έγινε σχεδόν στρατιωτική. Όχι πράγματα αρτίστικα και περίπου. Για 2-3 βδομάδες διαρκούσε το σχεδίασμα με το κάρβουνο. Ύστερα γινόταν η επιλογή των απαραίτητων γραμμών, σύμφωνα με το μοντέλο. Μετά το σταμπάρισμα στον μουσαμά με το καρμπόν. Κι ύστερα ερχόταν ο χρωματισμός που διαρκούσε 3-4 βδομάδες. Έπαψε να υπάρχει ο αρτίστικος τρόπος δουλειάς που μιμούνταν την πινελιά του δασκάλου. Ο Παρθένης ήθελε να μάθουν οι μαθητές του πως το χρώμα μετριέται, ότι είναι ζήτημα αναλογιών όπως και το σχέδιο και πως μπορούμε να το μετράμε όπως κι αυτό. Ήταν περήφανος ότι δίδασκε κλασσική τέχνη, και οι μαθητές του ότι διδάσκονταν επαναστατική τέχνη. Κατεδίκαζε την απομίμηση της ζωγραφικής μιας εποχής, μιας τεχνοτροπίας, όχι όμως και την μάθηση από εποχές. Από τους μαθητές του ζητούσε την έκφραση του ταλέντου τους και όχι τον παπαγαλισμό της διδασκαλίας του.

Η ζωγραφική του Παρθένη είναι εύγλωττη και με απλό συντακτικό. Σας αφήνω χρόνο να την κοιτάζετε. Θα μάθετε περισσότερα, παρά ακούγοντάς με”.

Μένει τώρα να σημειώσω πως όσα επί του θέματος καταχώρησα σε δυο συνέχειες στον Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας είχαν δημοσιευτεί στην Επιθεώρηση Τέχνης.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση