Η θάλασσα στην ελληνική γλώσσα

behrakis photo delfini

Χριστούγεννα πια, το καλοκαίρι ήδη μακριά, κι η θάλασσα γλυκιά ανάμνηση, υπόσχεση μα κι απειλή για όσους πασχίζουν να φτάσουν εδώ από την άλλη πλευρά του Αιγαίου σε φουσκωτές βάρκες. Την ίδια ώρα, βαρκούλες και καραβάκια στολισμένα με λαμπάκια σε πλατείες, βιτρίνες, φωτισμένα παράθυρα μάς θυμίζουν τη σχέση αυτού εδώ του τόπου με τη θάλασσα.

Αντιφατική απ’ τη φύση της, πηγή χαράς, μα και πόνου απέραντου, η θάλασσα είναι παρούσα μέσα απ’ τη γλώσσα, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Να λοιπόν μια προσπάθεια κατηγοριοποίησης λέξεων και φράσεων που σχετίζονται με τη θάλασσα και βρίσκονται σε χρήση στην ελληνική γλώσσα.

Και μια και αναφερθήκαμε σε καράβια, ας ξεκινήσουμε με τα ακτοπλοϊκά μέσα μεταφοράς: Πώς κάνεις έτσι; Βούλιαξαν τα καράβια σου; Να βρω καράβι να φύγω. Για πού έβαλες πλώρη; Άνοιξε πανιά γι’ αλλού. Γιατί σήκωσες τα μαύρα πανιά; (εδώ συνδυάζονται και μυθολογικά θέματα, ο μύθος του Θησέα και το ταξίδι του στην Κρήτη προς εξόντωση του Μινώταυρου, οι οδηγίες του Αιγέα, του μπαμπά του, σχετικά με την αντικατάσταση των μαύρων πανιών σε περίπτωση επιτυχίας, και η νεανική απερισκεψία) Συνεχίζουμε: Κουράστηκα, θέλω κι εγώ πια να ρίξω άγκυρα. Μου κάνεις νερά. Περπατάει σα φρεγάτα. Κυκλοφορούν με κάτι τζιπ σαν υπερωκεάνεια.

Θαλάσσια πανίδα. Εδώ θα μπορούσε κανείς να διακρίνει υποκατηγορίες, βάσει των αισθημάτων που εκφράζονται κάθε φορά: Ένα μωράκι σαν μπαρμπουνάκι. Τι μελανούρι είναι αυτό; Ζαργάνα μου εσύ! (θαυμασμός / έπαινος). Σαν μπακαλιάρος είναι μ’ αυτή τη γραβάτα. Έχει καβούρια στην τσέπη του. Πρόσεχέ τον, είναι σουπιά. Είναι κλειστός τύπος, σκέτο στρείδι. Τι κοιτάς σα χάνος; Μεγαλοκαρχαρίας, παιδί μου. Μεγάλο σκυλόψαρο. Είναι σα φάλαινα. Ξεγλιστράει σα χέλι (αρνητική κριτική / απόρριψη σε συνδυασμό με εξωτερική ή εσωτερική περιγραφή). Μαζεύτηκε όλη η μαρίδα (κοσμοσυρροή, αναφερόμενη σε νεαρές ηλικίες). Όλο το βράδυ το μάτι μου γαρίδα (αϋπνία / ανησυχία).

Θαλάσσια χλωρίδα: Πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες (εξαπάτηση).

Υβριδικά πλάσματα της θάλασσας: Τι γοργόνα είν’ αυτή! (εξημμένος θαυμασμός για σωματικά χαρίσματα).

Νεκρή φύση: Αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας (πλήθος, έννοια του απείρου).

Καιρικά φαινόμενα: Έχει μεγάλες φουρτούνες. Μια ζωή τρικυμιώδης. Τρικυμία εν κρανίω. Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες (συνδυασμός ακτοπλοϊκών μέσων μεταφοράς και καιρικών φαινομένων).

Μερικές ακόμα εκφράσεις που θα μπορούσαν να συνδεθούν με τον φουρτουνιασμένο κοινωνικοπολιτικό βίο της χώρας, τον παλαιότερο αλλά και τον πιο πρόσφατο, γεγονός που τους προσδίδει χαρακτήρα διαχρονικότητας, αλλά και επικαιρότητας: Ή στραβός είν’ ο γιαλός, ή στραβά αρμενίζουμε (λανθασμένη πορεία). Τα ’καναν θάλασσα (καταστροφικές ενέργειες). Το ψάρι βρομάει απ’ το κεφάλι (διαφθορά της εξουσίας). Τους έβλεπες, δεν ήξεραν τι να κάνουν, ήταν έξω απ’ τα νερά τους (αμηχανία). Πνίγεται σε μια κουταλιά νερό (πανικός για ασήμαντα ζητήματα). Είναι να τους κλαιν οι ρέγγες (δυστυχία, αξιοθρήνητη κατάσταση). Θα το χρησιμοποιήσουν ως σωσίβιο (αξεσουάρ / σωστικά μέσα).

Και άλλες ακόμη εκφράσεις για τη θάλασσα θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς στην ελληνική γλώσσα, θα είχε μάλιστα ενδιαφέρον να ερευνηθεί τι συμβαίνει αντίστοιχα σε άλλες γλώσσες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η κουλτούρα είναι στενά δεμένη με το θαλασσινό στοιχείο.

Κλείνοντας, μαζί με τις ευχές των ημερών, μια παροιμία στην οποία θα ’θελα να σταθώ, με το μυαλό σε κείνες τις φουσκωτές βάρκες που λέγαμε και όχι μόνο, όχι απαραίτητα με αφορμή τις μέρες των γιορτών: «Κάνε το καλό και ρίξ’ το στο γιαλό».

λ.

 

Αφήστε μια απάντηση