Μερικά του Ασημάκη Πανσέληνου για τον Κώστα Βάρναλη .2

varnalis-tavernaΈχω στις 14 Φεβρουαρίου 2014 καταχωρήσει ορισμένα του Ασημάκη Πανσέληνου για τον Κώστα Βάρναλη, αντλώντας από το βιβλίο του με τίτλο «Τότε που ζούσαμε» (Εκδόσεις Κέδρος 1974) – από το ίδιο βιβλίο και όσα σήμερα καταχωρώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας»:

«Είδα στον δρόμο τον Βάρναλη. Ήταν σαν άρρωστος, γιατί του είπαν πως έσπασε το μέτωπο στην Ρωσία. Παίζεται η ζωή μας, μου είπε. Με συγκίνησε τόσο που δάκρυσα. Τον εμψύχωσα. Κουβεντιάσαμε για την πείνα και μου μίλησε για κάτι ψάρια που έφαγε την περασμένη Κυριακή στον Ωρωπό, και για ένα κρασί που το χαρακτήρισε θαύμα, φαινόμενο ή γεγονός, δεν θυμάμαι πια τώρα τι. Από την μέρα εκείνη δεν μπορεί πια να φάει, να πιει και να κλείσει μάτι.

Σήμερα ακόμα, 30 χρόνια κατόπι από την κουβέντα εκείνη, καθώς βρίσκομαι καμμιά φορά μαζί του και τα λέμε, τρώγοντας ψάρι στην Πάχη ή στην Ανάβυσσο (ο Βάρναλης είναι ψαροφάγος σαν γάτα), ξαναθυμάμαι εκείνη την συνάντηση και σκέφτομαι: πώς ετούτη η πλούσια λυρική νερομάνα, συμπιέστηκε ανάμεσα στην μοχθηρή άρνηση της αντίδρασης και στο μεμψίμοιρο ενδοιασμό της αριστεράς και στέρεψε.

Η ποίηση είναι πράγμα ανορθόδοξο καθαφτό, γιατί είναι πιο αληθινή από τις ιδέες. Ο Κώστας ο Βάρναλης, αν και πολεμιστής, είναι άνθρωπος ήμερος και καλός -έχει στο μάτι του κάτι από την καλοσύνη που έχει η ματιά του Σαρλώ στην οθόνη. Μπορούσε λοιπόν να τα βάνει εύκολα με τις ιδέες, με τους θεσμούς και με τους θεούς των ανθρώπων, όχι όμως και με τους ίδιους τους ανθρώπους – τους φοβότανε. Και δεν είχε άδικο. Έχει κι ένα αίσθημα αυτοκατάλυσης ισχυρό.

Για όλους τούτους τους λόγους, κυρίως κατόπι από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα γεγονότα που επακολούθησαν, προσπαθώντας να κάνει κάτι που δεν γινόταν, να δώσει στην ποίησή του κομματικώτερο τόνο, να βγάνει μια φωνή που δεν έβγαινε – σώπασε. Σώπασε μα είναι από τους λίγους κομμουνιστές λογοτέχνες που το έργο τους μένει τόσο αυστηρά μέσα στο νόημα της τέχνης.

Τότε όμως βρισκόμαστε ακόμα στα 1941, καλοκαίρι καιρό – τρέμαμε, ελπίζαμε και πεινούσαμε, και μες τις ρούσικες στέπες κινδύνευε το νόημα της ζωής μας. Χωρίσαμε μπροστά στον καφενέ του Γαμβέτα, όπου έπινες για καφέ ρεβύθι καβουρντισμένο, βρασμένο στα ξύλα! Του άφησα τις ελπίδες μου και πήρα μαζί μου την αγωνία του».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση