Τι να ‘πε άραγε ο Θερβάντες;

Ο Δον Κιχώτης κι ο Σάντσο, ψηλά πάνω απ' τους ανεμόμυλους (Πάμπλο Πικάσο, 1955)
Ο Δον Κιχώτης κι ο Σάντσο, ψηλά πάνω απ’ τους ανεμόμυλους (Πάμπλο Πικάσο, 1955)

Αν πριν λίγες βδομάδες μπορούσαμε να πούμε ότι ο Διαμαντής Σεϊτανίδης επιχείρησε να καθυποτάξει τον Πιοτρ Κροπότκιν στους δικούς του σκοπούς, δε μπορούμε να πούμε το ίδιο για το νέο πόνημά του με τίτλο «Τα έχει πει όλα ο Θερβάντες«. Το σημείο γύρω απ’ το οποίο αναπτύσσεται το σημείωμα αυτό, που κατά τ’ άλλα καμιά νέα πληροφορία δεν προσφέρει στους αναγνώστες του, βασίζεται όχι απλώς στη σκοπιμότητα και τη διαστρέβλωση όπως το προηγούμενο, αλλά σε μια αξιοπρόσεκτη άγνοια, χαρακτηριστική των φιλισταίων. Κι επειδή το παιχνίδι των εντυπώσεων έχει πάντοτε το τέλος του στη μικρή μας Μάντσα και ταυτόχρονα ουδέν κακόν αμιγές καλού, ας δώσουμε, «έτσι, για το μάθημα της ιστορίας» το λόγο στον λογοτέχνη Κώστα Ουράνη, που γράφει στην «Ισπανία» του (1934), τα παρακάτω γύρω απ’ τον Δον Κιχώτη – όπως έχει ξαναχρειαστεί να πούμε, τα παρακάτω λόγια είναι χρήσιμα σε όλους, ανεξαρτήτως πολιτικής ιδεολογίας, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους:

«Οι μονότονες, βουβές κι έρημες στέππες της Μάνσας θα ‘ταν από τα πιο εφιαλτικά μέρη της γης, αν πάνω στην ανήλεη γυμνότητά τους η ψυχή του ταξιδιώτη δεν έβλεπε να διαγράφονται κάθε τόσο δυο σκιές -η μια τεράστια κι η άλλη μικρή και στρογγυλή-, που οδεύουν αργά και σιωπηλά μέσα στην αιωνιότητα του καιρού και του διαστήματος: Σκιές μεγαλόπρεπες κι αστείες, φαντάσματα πιο ζωντανά απ’ όλους τους ζωντανούς, πλάσματα εδώθε και κείθε της ζωής – «απείρως θλιβερά», όπως είπε ο Βύρων, «γιατί κάνουν πολλούς να γελάνε…»

Οι δυο αυτές σκιές είναι του Δον Κιχώτη, καβάλλα στην αχαμνή Ροσινάνδη του, και του ακολούθου του Σάνχου Πάνσα, πάνω στο γάιδαρό του. […]

Ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι που δε βλέπουν στις δυο αυτές μορφές παρά μορφές φάρσας, που διατείνονται ότι ο Θερβαντές τις δημιούργησε για να γελοιοποιήσει τους ανθρώπους της εποχής του, τους μανιώδεις με τα μυθιστορήματα της ιπποσύνης, και για να καταδείξει στον κόσμο τη βλαβερή επίδραση που μπορούσε να ‘χε η ανάγνωσή τους, καθώς και κάθε επιζήτηση της χίμαιρας μέσα στη ζωή… Υπάρχει μάλιστα σε μας ένας σπουδαιοφανής κριτικός που σκανδαλίσθηκε γιατί εξήρα κάποτε σ’ ένα τραγούδι μου τη μορφή του Δον Κιχώτη, που αυτός την εύρισκε γελοία και σύμβολο, το πολύ-πολύ, της πιο αξιοθρήνητης τρέλλας.

Πρέπει να λυπάται κανείς τους ανθρώπους αυτούς, που δε βλέπουν στον Δον Κιχώτη έναν πρίγκιπα του ονείρου, αλλά ένα γελοίο παλιάτσο, και στην εποποιΐα του, την ανάλογη με την Οδύσσεια, τίποτ’ άλλο από ένα κωμικό βιβλίο με πρόθεση διδακτική.

Η Ισπανία, ευτυχώς, δεν έδειξε την ίδια πνευματική μυωπία. Σέβεται τον Θερβαντές σαν ένα μεγάλο εθνικό ποιητή, έναν ποιητή που εξύμνησε το καλύτερο και το αγνότερο της ψυχής της, και που με τις περιπέτειες του ιδαλγού της Μάνσας συμβόλισε την ανθρώπινη ορμή προς την κατάκτηση του ονείρου – της πηγής αυτής και της τροφής, μαζί, της ζωής, που αν έλειπε δε θ’ άξιζε αληθινά τον κόπο να ζει κανείς… […]

«Ο Έρασμος είχε δίκαιο, όταν έγραφε τον ύμνο του προς την τρέλλα», σκεπτόμουν ενώ περνούσα τις μονότονες πεδιάδες της Μάνσας. «Δίκαιο επίσης ο ψυχίατρος εκείνος που ομολογούσε ότι θα προτιμούσε να κάνει κατάμονος μίαν ατέλειωτη οδοιπορία στην έρημο, παρά ένα μικρό περίπατο μ’ έναν άνθρωπο που θα ‘ταν η ενσάρκωση της λογικής… Εκείνοι που έχουν άδικο είναι οι άνθρωποι οι θετικοί, οι αυστηρά λογικοί, εκείνοι που βρίσκουν τον Δον Κιχώτη κωμικό γιατί, ενάντια στην οφθαλμοφάνεια, επέμενε να θεωρεί πραγματικές τις χίμαιρες της αρρωστημένης φαντασίας του. Αν δεν υπήρχε η τρέλλα, αν δεν υπήρχαν οι Δον Κιχώτες, πού θα βρισκόταν σήμερα ο κόσμος; Σε ποια καθυστέρηση; Σε ποια άγνοια; Τίποτα το μεγάλο, το ωραίο, το παράτολμο και το αφιλοκερδές δε θα ‘χε συντελεσθεί. Τον κόσμο θα τον αποτελούσαν άνθρωποι σαν εκείνους, για τους οποίους ο Ουάιλδ είπε ότι βάζουν σκοπό στη ζωή τους να γίνουν καντηλανάφτες ή κάτι παρόμοιο – και γίνονται… Δε θα υπήρχε ποίηση, ούτε πέταγμα της ψυχής. Η ατμόσφαιρα θα ‘ταν ξερή κι ο αέρας ανυπόφορος.

Αν είναι να ευχόμαστε κάτι, ας είναι να μη δώσει ο Θεός να γελάσομε με τον Δον Κιχώτη που έπαιρνε τους ανεμόμυλους για γίγαντες. Ευτυχισμένος εκείνος που μπορεί να παίρνει πάντα στη ζωή του τους ανεμόμυλους για γίγαντες· που δε γιατρεύτηκε από την παιδική του ηλικία, μα μπορεί πάντα να περιφέρεται από την πραγματικότητα στο όνειρο, χωρίς να νοιώθει τα σύνορα που τα χωρίζουν· που δεν άφησε να μαραθεί το κρίνο της φαντασίας, αλλά το ποτίζει πάντα με το χυμό της ψυχής του… Εκείνος είναι δημιουργός, όταν όλοι οι άλλοι είναι δημιουργήματα. Δε σημαίνει τίποτε, αν χτυπήσει το κεφάλι του σε τοίχους, αν θα προκαλέσει το χαμόγελο των φρονίμων. Σαν τον Δον Κιχώτη, θα ‘χει κάνει από μια πεζή κι ανούσια ζωή μια εξαίσια περιπέτεια, θα ‘χει νοιώσει ψυχικές χαρές που οι άλλοι άνθρωποι δε θα τις υποπτευθούν ποτέ.

Ω ναι! Αν είναι να ευχόμαστε κάτι, ας είναι να δίνει πάντα ο Θεός να πεθαίνομε σαν τον Δον Κιχώτη, όταν συνερχόμαστε από την τρέλλα μας…»

π.

Αφήστε μια απάντηση