Από την ιστορία της Αρχιτεκτονικής: Μερικά για τα αρχοντόσπιτα τα νοικοκυρόσπιτα και τα πυργόσπιτα

Εξωτερική όψη του αρχοντικού της Βαρελτζίδενας στην Πέτρα της Λέσβου
Εξωτερική όψη του αρχοντικού της Βαρελτζίδενας στην Πέτρα της Λέσβου

Όσα καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» είναι απόσπασμα από μια παρουσίαση του βιβλίου του Στέλιου Σκοπελίτη «Αρχοντικά της Λέσβου» (Ι. Ζαχαρόπουλος Αθήνα 1977, Σελ. 228), που είδε το φως της δημοσιότητας στο περιοδικό «Διαβάζω» (Τεύχος 11, Μάρτιος Απρίλιος 1978), με την υπογραφή του Κων. Γερ. Γιαννόπουλου:

«Είναι λίγο-πολύ γνωστά βέβαια απ’ την ιστορία της Αρχιτεκτονικής στον τόπο μας τα «αρχοντικά» ή τ’ «αρχοντόσπιτα», τα «νοικοκυρόσπιτα» και τα «πυργόσπιτα». Τα έκτισαν στον τόπο μας τον 17ο και 18ο αιώνα εύπορες οικογένειες σε αστικούς και ημιαστικούς οικισμούς (τ’ αρχοντόσπιτα και τα νοικοκυρόσπιτα) και στην γεωργική ενδοχώρα (τα πυργόσπιτα της Βαλκανικής χερσονήσου, της Πελοποννήσου, των βορεινών νησιών του Αιγαίου, καθώς και της Μικράς Ασίας. Όπως λίγο-πολύ είναι γνωστό πως το είδος αυτό της οικοδομίας διακρίνεται από την λεγόμενη «αιγαιοπελαγίτικη» ή «κυκλαδίτικη» αρχιτεκτονική. …

Εκείνο που εντυπωσιάζει είναι η έλλειψη αναλυτικών μελετών (αποτυπώσεων, σχεδίων, περιγραφών και λεπτομερειών) για τα αρχοντικά και τα πυργόσπιτα της κάθε περιοχής της παλιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας (οι λίγες μελέτες των Αρ. Ζάχου, Δημ. Πικιώνη, Παν. Μιχελή, Ν. Μουτσόπουλου, κά. και των μαθητών τους δεν φτάνουν) κι επομένως κι απ’ την Λέσβο (η σπουδαστική εργασία του μαθητή του Παν. Μιχελή Ελ. Αποστόλου παραμένει η μοναδική νομίζω δημοσιευμένη αρχιτεκτονική εργασία πάνω στο παλιό Λεσβιακό σπίτι. Κι είναι κρίμα που παραμένει ανέκδοτη η σχετική δουλειά της Μ. Ζαγορησίου και του Γ. Γιανουλέλη, δείγματα της οποίας μας έδωσε ο μακαρίτης πια αρχαιολόγος Ι. Κοντής στο αξιόλογο βιβλίο του «Λεσβιακό πολύπτυχο», που μαζί με την υπό έκδοση μελέτη του Ιδρύματος Δοξιάδη θ’ άξιζε να τον προσέξουν οι Έλληνες πολεοδόμοι κι οι μαθητές του Ανρί Λεφέβρ).

Βέβαια δεν αρνείται κανείς ότι χάρη στους παραπάνω αρχιτέκτονες και τους μαθητές τους, αλλά και πολλούς άλλους, ιδίως λαογράφους (Δ. Λουκάτος, Δ. Λουκόπουλος, Γ. Μέγας, Μ. Μερακλής, Γ. Σπυριδάκης, κά.) έχουμε μερικές ενδιαφέρουσες εργασίες πάνω στην λαϊκή, αγροτική, αστική κλπ. κατοικία στην Ελλάδα.

Αλλ’ εντύπωση κάνει, στις περισότερες απ’ αυτές τις μελέτες, η άγνοια της λαογραφικής, κοινωνιολογικής, οικονομικής και πολιτικής επιστήμης εκ μέρους των αρχιτεκτόνων και της οικοδομικής τέχνης και των παραπάνω επιστημών εκ μέρους των λαογράφων. … Αποτέλεσμα: οι περισσότερες απ’ αυτές τις μελέτες να παρουσιάζουν κενά και ελλείψεις και προ παντός να μην είναι συγκρίσιμες, ώστε ν’ αποτελέσουν την βάση της σύνθεσης μιας ιστορίας του δομημένου Ελληνικού χώρου.

Έτσι, και σ’ αυτόν εδώ τον τομέα παρατηρείται μια φοβερή έλλειψη συγκριτικών και συνθετικών μελετών που θα μας οδηγούσαν σε νέες περιοχές και νέες ζώνες μελέτης και θα μας επέτρεπαν να βγάλουμε θετικά συμπεράσματα για την καταγωγή του τύπου αυτών των σπιτιών, τις παραλλαγές τους, την εξέλιξή τους, τους μαστόρους που τα έχτισαν, τα πρότυπα που ακολούθησαν και τις επιδράσεις που δέχτηκαν, τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητές τους. Όχι μόνο σε πανελλήνιο επίπεδο (λ.χ. αρχοντικό της Βαρελτζίδενας στην Πέτρα Μυτιλήνης και αρχοντικό Ζαμπούνη στο Βαθύ της Σάμου. Μερικά αρχοντικά της Μυτιλήνης και μερικά στην Χίο, Θάσο και στον Ελληνικό βορρά. Την πολτιιστική ζώνη των Θρακικών και Μικρασιατικών νησιών και τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Την διαφορά των σπιτιών της Μακεδονίας και της Θράκης, Σβαρτς στ’ Αμπελάκια), αλλά και σε πανβαλκανικό επίπεδο (διακόσμηση Ελληνικών αρχοντικών και διακόσμηση Τούρκικων, Βουλγαρικών, Αλβανικών κλπ. αρχοντικών). Όχι μόνο σε ομοταξικό αλλά και σε διαταξικό επίπεδο (π.χ. το αρχοντικό της πόλης και η λαϊκή αστική κατοικία, το πυργόσπιτο της αγροτικής ενδοχώρας και το αγρόσπιτο), ακόμα και σε ιδεολογικό (π.χ. η κοσμική αρχιτεκτονική και διακόσμηση απ’ τη μια μεριά και η εκκλησιαστική ή μοναστηριακή αρχιτεκτονική και διακόσμηση από την άλλη).

Απ’ την άποψη αυτή η «ανάγνωση» του βιβλίου αυτού του Στέλιου Σκοπελίτη είναι «δύσκολη». Δύσκολη για όλους εμάς τους ανειδίκευτους, που δεν φταίμε βέβαια καθόλου, αν κανείς δεν μας έμαθε λ.χ. να βάζουμε σαν στόχο του φακού μας τους καπνοδόχους (σκαρήδες) των αρχοντικών σπιτιών ή τους «φονιάδες» των πύργων της Μυτιλήνης ή να συγκρίνουμε το αρχοντικό της Βαρετζίδενας στην Πέτρα με τ’ αρχοντικά της Καστοριάς ή της Ζαγοράς και να βρίσκουμε κοινά χαρακτηριστικά στ’ αρχοντικά της Λέσβου και στ’ αρχοντικά της Θεσσαίας. ΄Η να βρίσκουμε – κατά πως λένε οι ειδικοί για τις εκκλησιές της Λέσβου (Δ. Ευαγγελίδης, Αν. Ορλάνδος, Χ. Χαριτωνίδης, Χαραλ. Μπούρας) – παράλληλες Δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις στην κοσμική και την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και, βέβαια, ν’ αναζητάμε τις αιτίες».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση