Ο «τρόπος» του Δημήτρη Πικιώνη επί το έργον

Πριν 25 χρόνια, τον Νοέμβριο του 1988, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Πλέθρον» του Λουκά Ρινόπουλου ένα βιβλίο που περιείχε 23 ιστορίες με πρώτο πρόσωπο τον Δημήτρη Πικιώνη. Συγγραφέας του βιβλίου ο Παύλος Καλαντζόπουλος, ο οποίος τελείωσε το Πολυτεχνείο το 1954 και δούλεψε με τον Πικιώνη μέχρι το 1967 στην διαμόρφωση του Φιλοπάππου, στον Παιδικό Κήπο της Φιλοθέης, στο Προκόπι της Εύβοιας, μα όχι μόνο. Το βιβλίο είχε τον τίτλο «Μια Κατεδάφιση» και είχε ενταχθεί στην σειρά «Μαρτυρίες» των Εκδόσεων «Πλέθρον» – στοιχειοθετήθηκε δε, σελιδοποιήθηκε και τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Αγησίλαου Ζουμαδάκη και Σία επε, με τυπογραφικές διορθώσεις της Μπιάνκας Λεβή και επιμέλεια έκδοσης του ίδιου του Λουκά Ρινόπουλου.

pikionisa

Είναι ένα καλό, κατατοπιστικό βιβλίο για τον άνθρωπο Πικιώνη, τον δάσκαλο Πικιώνη, τον Πικιώνη επί το έργον, αλλά και για το τι εξέφραζε και τις αξίες αντιπροσώπευε ο Δημήτρης Πικιώνης συνολικά.

Από το βιβλίο αυτό μερικές παραγράφους θα ήθελα να καταχωρήσω στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» – αναφέρονται στον «τρόπο» του Δημήτρη Πικιώνη επί το έργον και αγγίζουν το θέμα «Οι οικοδόμοι στην Ελλάδα (και το κίνημά τους)», θέμα το οποίο και το έχω προσεγγίσει και θα το προσεγγίζω τακτικά εδώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας».

Γράφει λοιπόν ο Παύλος Καλαντζόπουλος, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα σχετικά με το εν τω τίτλω θέμα στο βιβλίο του:

«Με την πείρα τόσων εργασιών πριν και μετά του Φιλοπάππου, που άλλος θα είχε συγγράψει πραγματεία περί αρμολογήματος λιθοδομών, ξανάρχιζε από την αρχή.

-Τα ρωμαϊκά πρώτα, και μάλιστα την δεξαμενή που είναι στο Ασκληπιείο της Ακροπόλεως. Πρέπει να δούμε και τους τοίχους που χτίσαν οι Βαυαροί στον Βασιλικό κήπο, ίσως δεν τους έχεις προσέξει. Αλλά νομίζω απ’ όλα η Ομορφοκκλησιά μπορεί να βρίσκεται πιο κοντά σ’ αυτό που ζητάμε. …

Τις περισσότερες δουλειές του τις δούλεψε με το σύστημα της αυτεπιστασίας, χωρίς εργολάβο. Οι παραγγελίες κι οι αγορές υλικών γινόταν από τον ίδιο, ο εργοδότης είχε τις πληρωμές. Στο Λιόπεσι γύριζε πολλές ώρες στα νταμάρια για να διαλέξει την πέτρα, στην Ανάβυσσο το ίδιο, στις αποθήκες του Πειραιά για τα ξύλα, πολλές φορές και κάθε φορά που οι ανάγκες της δουλειάς κάτι ειδικό ζητούσαν. Έμενε και εξηγούσε με ορισμένη τέχνη στους νταμαρτζήδες τι είδος και σε τι διαστάσεις πλάκες και αγκωνάρια χρειάζεται. Όταν εκείνοι βλέπαν κάποιον που ξέρει τι ζητάει όχι μόνο σαν ανάγκη δική του αλλά και σαν τέχνη δική τους, αφήναν όλους τους κόπους κατά μέρος και τον πηγαίναν ακόμα και σε κλειστά νταμάρια για να δείξουν τι θα μπορούσαν να βγάλουν. … Και στον εργοδότη με την ίδια διάθεση όταν μιλούσε ήξερε να πει πόσοι δουλέψανε, τι ακριβώς τελείωσε, πόσο προχώρησε όλη η δουλειά και τι θα χρειασθεί και πόσους για την βδομάδα που έρχεται. …

Τα υλικά που δούλευε είναι τα ίδια που υπάρχουν σ’ όλες τις οικοδομές. Μερικές φωτογραφίες όμως αν υπήρχαν του μπετόν θα εξηγούσαν πολύ καλά πόσο αυτά τα ίδια διαφέρουν σε αποτελέσματα. Τώρα αν θέλει η αρχιτεκτονική να λύσει τα προβλήματα κατά καιρούς με ατσάλι και γυαλί, κι άλλες φορές με πλαστικά, με δικτυώματα ή με κελύφη, σ’ αυτά δεν αντιδρούσε λέγοντας όλα από πέτρα. …

Είχε μια επιφύλαξη, δεν συμμερίστηκε δηλαδή τον ενθουσιασμό για τα νέα υλικά, μέταλλα ή πλαστικά, που την δικαιολογούσε λέγοντας: Δεν πρέπει να φέρουν κάποιες αποδείξεις; … Με αποδείξεις δεν εννοούσε κανενός εργαστηρίου τα πιστοποιητικά ή τον κατάλογο των ονομάτων που τα συνιστούν, αλλά την απόδειξη που βγαίνει απ’ τους ίδιους εμάς και από τα πράγματα. …

Όταν είχε, όπως στην Ακρόπολη και ορισμένες εποχές στην Φιλοθέη, 20 και 30 άτομα να επιβλέπει, έμενε και τις δύο ώρες που σταματούσε η δουλειά, τις περνούσε εκεί κάπου κοντά, για να ‘ναι πίσω το απόγευμα 3-5. Το να στέκεται όμως ο Πικιώνης τόσες ώρες ή και ολόκληρη μέρα, και αυτό να κρατάει μήνες, έκανε ακόμη και τους φιλικούς απέναντί του εργοδότες σκεφτικούς. …

… Η υγεία του ανθρώπου που δεν είναι νέος, ο άσχημος καιρός ορισμένων ημερών χειμώνα ή καλοκαίρι και προηγουμένως η σκέψη μήπως θα πρέπει να πληρώσουν κάτι που δεν το ζήτησαν, οδηγούσαν ένα ταξί της Υπηρεσίας ή ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, ανάλογα, να παραλάβει τον Πικιώνη να τον πάει σπίτι του. Καμμιά φορά ο οδηγός κρεμότανε μία και δύο ώρες το μεσημέρι, άλλες φορές έφευγε και ξαναγυρνούσε την ώρα που του είχε ζητήσει (ο Πικιώνης), ώστε ανάμεσα σ’ ένα πήγαινε-έλα (του οδηγού) να προλάβει κάτι ακόμα να δει. Αν ο οδηγός ήταν κάπως περίεργος, άφηνε το αμάξι, έκανε κάποιο βήμα και πλησίαζε λίγο, μπορούσε από εκείνη την ώρα να γίνει ακόμα και οπαδός του. … αλλά ο Πικιώνης … ήθελε ένα μάτι να του πει τι βλέπει, ένα μάτι που να μην προέρχεται από την τάξη των αρχιτεκτόνων ή των καλλιτεχνών …

-Να σου πω από πού ξεκίνησα και πώς έχουμε φτάσει ως εδώ.

Μιλούσε με διακοπές μισή μια και μιάμιση ώρα και ανάμεσα πηγαινοερχότανε κι έβλεπε ο καθένας τι φτιάχνει.

-Εσύ μείνε εδώ να δεις αυτό να πάει έτσι.

Βηματίζοντας ή κάπου σταματημένοι, ο Πικιώνης εξηγούσε τις πιο πρόσφατες αναθεωρήσεις που είχε στον νου του. Ο οδηγός: Ναι … έτσι είναι. Ήταν σαν πρόσωπο πλατωνικού διαλόγου. Και ο Πικιώνης συνέχισε να λέει.

-Ξέρεις εσύ κάποιον που θα μπορούσε να ξύσει αυτές τις καστανιές, πρέπει να φύγει όλο το βερνίκι. Να φύγει και μέσα από τις λειψάδες και όπου πήραν και μαυρίσαν τα ξύλα, πέρασε το νερό και πότισε κατά τόπους. Όχι λάμα γι’ αυτή τη δουλειά, θα βλάψει την στρογγυλάδα του κορμού, δεν πρέπει αυτή να πειραχτεί, νομίζω με κομμάτια τζάμι, δοκίμασα και γίνεται ή ό,τι εκείνος μας πει. Το βερνίκι το πέρασαν χωρίς να ρωτήσουν και έπρεπε άλλωστε, το είχα ζητήσει, να περαστούν προηγουμένως ένα λεπτό στρώμα κίτρινη ώχρα αυτά τα ξύλα.

-Τζάμι να σας φέρω, είδα κάτι κομμάτια πεταμένα μες τα χόρτα ενός κήπου πιο πάνω. Σας πειράζει αν είναι λίγο λερωμένα;

-Όχι, δεν με πειράζει, (όμως) δεν ζήτησα τζάμι, τεχνίτη που να καταλαβαίνει αυτό που θα του πω.

Είχε έρθει τεχνίτες και περήφανα χωρίς εξηγήσεις εγκατέλειψαν, ο ιερός εγωισμός ανερχομένης τάξεως δείχθηκε επικρατέστερος. Κομμάτια τζάμι βρισκότανε και μπορούσες να τα σπας όσο χρειάζεται αλλά πώς να λυγίσεις την επαγγελματική αξιοπρέπεια του μπογιατζή ή του βοηθού του; και κατέληξε όχι λίγες φορές δουλειά προορισμένη να αναδείξει φίνο τεχνίτη να γίνεται από ανειδίκευτο αλλά πρόθυμο εργάτη και τον Πικιώνη, με ένα ίσιο σκαρπέλο κοντά, το βάθος που χρειάζεται να πάρει, πώς τρέχουν τα νερά, κι ένα γύρω και πάλι και τελείωνε το πράγμα σωστά, όπως έπρεπε.

Την προσφορά ενός αυτοκινήτου που θα τον πάει σπίτι του δεν την ξεχνούσε, ούτε την άφηνε να πάει χαμένη, αλλά ποτέ δεν πήρε την όψη ανθρώπου που χάνει τις πολύτιμες ώρες του όταν γυρνούσε με την συγκοινωνία. … Τον Πικιώνη δεν τον είδα να καταφεύγει στα προσχήματα του πολύτιμου χρόνου, είχε ή έβρισκε καιρό για να μιλήσει στο τηλέφωνο, να είναι στο σπίτι, να είναι στην δουλειά του και με το παραπάνω και με συγκοινωνία να ταξιδεύει. Και την ώρα που έπαιρνε και τακτοποιούσε ο κόσμος τα εργαλεία και ετοιμαζότανε να φύγει κι όταν σκορπούσαν και άδειαζε το γιαπί και οι δρόμοι της Φιλοθέης, γυρνούσε κι έριχνε ακόμη μια ματιά να δει πού βρίσκεται. Ούτε για λίγο να σταθεί … ούτε και να βιαστεί να φύγει, ενώ ήθελε ολόκληρη ώρα για επιστροφή. Σαν ο χρόνος να ήταν ατελείωτος … αργούσε κι άλλο το βήμα …».

Για το βιβλίο του αυτό έγραψε ο Παύλος Καλαντζόπουλος ότι «είναι μόνο ό,τι έχω δει κι ό,τι έχω ακούσει από τον ίδιο, δεν πήγα ψάχνοντας και ρωτώντας» και ακόμη ότι «δεν χρειάζεται νομίζω να πω πως δεν κατέφυγα σε βοηθήματα» – το εξώφυλλο του βιβλίου είναι κι αυτό του Παύλου Καλαντζόπουλου, έργο του ζωγραφικό, προφανώς από την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής του 1978 με τίτλο «Το γιαπί και τα μαστόρια» που προφανώς αγγίζει και αυτό το θέμα «Οι οικοδόμοι στην Ελλάδα (και το κίνημά τους)», όπως το έχω αναπτύξει με το γραφτό μου του Σαββάτου 12 Οκτωβρίου 2013 και τα επόμενα.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» στις 17 Δεκεμβρίου 2013