Μια αναφορά στην μεταπολεμική εξέλιξη των οικονομικών της Αυτοδιοίκησης, που έγινε σε Συνέδριο της ΚΕΔΚΕ το καλοκαίρι του 1962

Χρειάζεται οι εκλεγμένοι στους Δήμους, ιδιαιτέρως οι αντιπροσωπεύοντες αυτούς στις Περιφερειακές και στην Κεντρική Ένωση των Δήμων της Ελλάδος, αλλά και όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, να κατέχουν τα των Οικονομικών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, να τα γνωρίζουν καλά στην ιστορική τους διαδρομή – τούτο βοηθά στην διεκδίκηση και επίτευξη της αναγκαίας αναλογίας εσόδων των Δήμων ως προς τα έσοδα της κυβέρνησης, προς εκπλήρωση της αποστολής τους…

Όσα καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» τα απέσπασα από την ομιλία του Δημάρχου Λαρίσης και Προέδρου της ΚΕΔΚΕ Δημήτριου Χατζηγιάννη στο Συνέδριό της στην Καλαμάτα το καλοκαίρι του έτους 1962, και τα καταχωρώ διότι έχουν το προσόν με τρόπο συνοπτικό αλλά ακριβή να αναφέρονται στην μεταπολεμική εξέλιξη των Οικονομικών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως…

«Θα επαναφέρω εις την επικαιρότητα ένα θέμα, απότοκος του οποίου είναι η οικονομική αθλιότης Δήμων και Κοινοτήτων. Ίσως ακόμη να επήλθε και εις την Κοινήν Γνώμην και εις τα Συνέδρια ο κόρος [κορεσμός] εις τας συζητήσεις περί την κατάργησιν των διαπυλίων τελών και τας κατά καιρούς εν ημέραις άλλων Κυβερνήσεων αφαιρέσεις προσόδων της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Έχω την γνώμην αν θέλετε προσωπικήν, ότι το θέμα δεν έχει μόνον σημασίαν ιστορικήν. Έχει και την νομικήν του και ηθικήν άποψιν.

Υπενθυμίζω ακόμη, ότι της καταργήσεως των διαπυλίων τελών επηκολούθησεν η υπέρ του Δημοσίου και εις βάρος των Οργανισμών της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως αφαίρεσις:α) των 20% του δημοσίου φόρου κληρονομιών, β) 7,50% του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και γ) 2,80% του φόρου καπνού εις φύλλα.

Ως αντιστάθμισμα και των αφαιρέσεων τούτων και της καταργήσεως των διαπυλίων τελών εδόθησαν εις την Τοπικήν Αυτοδιοίκησιν τα 50% του φόρου καταναλώσεως καπνού. Το 1951 ο φόρος ούτος απέδιδε 720 εκατομμύρια δραχμών ετησίως, των οποίων το ήμισυ, ήτοι τα 360 εκατομμύρια δραχμών ανήκον εις τους Δήμους και τας Κοινότητας. Κατά το έτος τούτο 1951, η τότε Κυβέρνησις περιώρισε τα 260 εκατομμύρια εις 240 εκατομμύρια δραχμών ετησίως ως το ελάχιστον ποσόν. Ο αριθμός των 240 εκατομμυρίων δεν υπήρξε αυθαίρετος, αναλογεί αντί των 50% εις τα 33%, ήτοι το 1/3 του τότε ολικού ποσού του φόρου. Ο δε αριθμός των 240 εκατομμυρίων έχει την έννοιαν ότι και αν το ολικόν του φόρου ποσόν έπιπτε τότε κάτω των 720 εκατομμυρίων η εις τους Δήμους και τας Κοινότητας αναλογία των 33%, ήτοι του 1/3 του φόρου εις ο ποσοστόν υπεβιβάσθη, εν ουδεμιά περιπτώσει θα κατήρχετο κάτω των 240 εκατομμυρίων δραχμών. Θα μου επιτραπή να φρονώ ότι αντίθετος εκδοχή θα ήτο και νομικώς και λογικώς εσφαλμένη. Όταν η εκ του φόρου καταναλώσεως καπνού κρατική επιχορήγησις επαγιοποιείτο ως ποσόν εις τα 240 εκατομμύρια δραχμών, το ημερομίσθιον του ανειδικεύτου εργάτου ήτο 18-20 δραχμαί. Τώρα με την εισφοράν υπέρ του ΙΚΑ και με τας άλλας επιβαρύνσεις, δεν είναι τούτο κατώτερον των 70 δραχμών. Και ηυξημένα είναι τα μισθολόγια του προσωπικού και ο τιμάριθμος και τα καύσιμα και τα υλικά των εκτελουμένων δημοτικών έργων. Και ακόμη, είναι ευλόγως ηυξημένη η ανυπομονησία των δημοτών, συναυξάνουσα και το βάρος των υποχρεώσεων των Δήμων και των Κοινοτήτων, να δοθή πολιτισμός και εις τους ιδικούς των τόπους. Και η επέκτασις αυτή των αγαθών του πολιτισμού και εις την επαρχιακήν Ελλάδα αποτελεί και δικαιοσύνην κοινωνικήν και ανάγκην εθνικήν: να μην ερημωθή η ύπαιθρος χώρα.

Κατά ποίαν πρόβλεψιν ή και λογικήν, το έσοδον της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως εκ του φόρου καταναλώσεως καπνού, αντάλλαγμα των απωλεσθέντων διαπυλίων τελών και φόρων όπερ δεν θα ήτο σήμερον κατώτερον των 850 εκατομμυρίων δραχμών, θα καθηλούτο έκτοτε και εσαεί εις τον μαγικόν αριθμόν των 240 εκατομμυρίων δραχμών;».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση