Στρατής Τσίρκας: «Οι Μπεντουβίνες, η Κόκα-κόλα κι ο Μπωντελαίρ» (23.10.1946)

Στρατής Τσίρκας
Στρατής Τσίρκας

Όσα καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» είναι απόσπασμα από ένα κείμενο του Στρατή Τσίρκα που παρουσίασε στην έκδοση «Τα νέα του ΕΛΙΑ» (αρ. 54, 1999, Σελ. 24-28) ο Γιάννης Παπαθεοδώρου…

Οι «κεραίες» του Στρατή Τσίρκα είχαν ήδη πιάσει αυτό που έγινε παγκοίνως αισθητό από την διατύπωση του δόγματος Τρούμαν και μετά – και το εκφράζει δυνατά μ’ αυτό το κείμενό του· ας το διαβάσουμε:

«Όταν οι Μπεντουβίνες θέλουν να σταματήσουν τα κλάμματα του μωρού τους και να το ξεφορτωθούν μεσ’ από τα πόδια τους παίρνουν λίγο μουσκεμένο καλαμπόκι, παραχώνουν μέσα στην άμμο και βάζουν το μωρό τους να σκαλίζει με το δαχτυλάκι του. Ένα-ένα βρίσκει τα σπυριά και τα τρώει. Όταν τελειώσουν ξαναμπήγει τα κλάμματα. Κι η Μπεντουβίνα παίρνει λίγο καλαμπόκι μουσκεμένο…

Άμα το πρωτάκουσες αυτό ένοιωσες το πετσί στο κούτελό σου να τεντώνεται, την σφήνα πώχεις ανάμεσα στα φρύδια να λασκάρει. Ψέμμα πως το κεφάλι του ανθρώπου γαληνεύει όταν τ’ αγγίξει η Ομορφιά με το δάχτυλο;

Οι δρόμοι στο Κάιρο είναι γεμάτοι από κάτι Αμερικάνικες μηχανές που ετοιμάζουν στο άψε-σβύσε ένα χωνί με ζεστά και μυρωδάτα σβολαράκια που κριτσανίζουν στα δόντια. Τα λένε ποπ-κορν μα δεν είναι παρά χοντροφελλάχικο καλαμπόκι. Όλα τα δεσπινίδια, όλοι οι γκομάτοι, οι μυστήριες, η σνομπαρία, οι αργόσχολοι, οι νταλαβεριτζήδες του ιπποδρόμου, της μπόρσας και του κοντραμπάντου, το σαμπλιδαριό κι οι πολύγλωσσοι αγαπητικοί μασουλίζουν ποπ-κορν. Ο λαός προτιμά με το ίδιο έξοδο ν’ αγοράσει το καλαμπόκι συσκευασμένο σε πήττες πασπαλισμένες με πίτουρο, τις κοινές αράπικες πήττες. Τρως μια, βάζεις το στόμα κάτω απ’ την βρύση, πρήζεσαι και κοιμάσαι. Κι αύριο μέρα ξημερώνει. Στ’ αναμεταξύ γίνεται θραύση με το ποπ-κορν. Όπως και με την Κόκα-κόλα. Όπου γυρίσεις την ματιά σου θα την δεις, κόκκινη πάνω σε κίτρινο φόντο, κίτρινη πάνω σε κόκκινο. Πίνετε Κόκα-κόλα, πίνετε Κόκα-κόλα. Στα καμιόνια, στα καροτσάκια, στα καφενεία, στα μπακάλικα, στα κιόσκια. Ακόμα κι ο πιο μικρός τσιγαράς, προμηθεύτηκε ένα κόκκινο κασονάκι και πουλά.

-Βρωμά κοριούς, σου ‘πε ένας αγαπημένος φίλος που γεννήθηκε στα Καμίνια του Πειραιά.

-Ισοδυναμεί μ’ ένα φλιτζάνι καφέ. Αν πιω το βράδυ δεν κοιμάμαι, σου εκμυστηρεύτηκε μια νευρική κυρία.

-Κλέβουν τον κόσμο· τα μπουκάλια της είναι τα μισά από των αλλωνών, σε πληροφορεί ένας γνωστός σου βιομήχανος γκαζόζας.

Όμως ψιθυριστά, σχεδόν παράνομα, ένα σύνθημα περπατά σ’ όλη την Αίγυπτο: Η Κόκα-κόλα είναι διεγερτική, έχει αφροδίσια χαρίσματα. Κι ο λαός, ναι ο λαός, αγοράζει. Μια Κόκα-κόλα κοστίζει τρεις, τέσσερεις ή και οχτώ πήττες αράπικες, εξαρτάται πώς και πού θα την πιεις. Μα κάθε Πέμπτη βράδυ όλα τα στοκ ξοδεύονται.

Είναι μια σατανική μηχανή αυτή [που] μας στήνουν οι Γιάγκηδες, ποπ-κορν, Κόκα-κόλα, τσιούηγκ-γκαμ, τσιγάρα. Μαστίχες με την γεύση της μέντας, με της μπανάνας, με της χαβάνας. Τσιγάρα αρωματισμένα με σύκο, με ρούμι, με σέληνο. Κι ακόμα: τα περιοδικά με όλα εκείνα τα μισόγυμνα πλάσματα, με τις ιστορίες, τα εγκλήματα, τις καταχτήσεις. Οι ορχήστρες, οι χοροί τους, τα σουίγκ και τα τζίτερμπαγκ. Οι κάλτσες νάυλον και τα μαύρα ματογυάλια για το φως. Δεν μπορεί νάναι τυχαία όλα. Υποψιάζεσαι ένα πολύπλοκο και μεθοδικό πλάνο: οι μασέλλες να δουλεύουν, ο ουρανίσκος να γλυκαίνεται, τα ρουθούνια να ευφραίνονται, τα μάτια να θαμπώνονται, τ’ αφτιά να μπουκώνονται, οι αδένες να λειτουργούν, να λειτουργούν εντατικά, για να μη δουλεύουν, για να μη δουλέψουν τα μυαλά. Η αμερικάνικη ελαφρή βιομηχανία, η ελαφρότατη. […]

Αχ, πέρασε αυτό το καλοκαίρι και δεν γιατρέφτηκες. Εδώ σε πονά η Ελλάδα κι εδώ η Αίγυπτο. Εδώ η Ισπανία κι εδώ η Γιάβα. Εδώ η Κίνα κι εδώ οι Ινδίες. Είκοσι πόνοι χωριστοί […] Όσο βαστούσε ο πόλεμος δεν ξεχώριζες πού πέφτει το Χαϊδάρι, πού το Νταχάου και πού το Ντεκαμερέ. Πονούσες ολόκληρος γι’ αυτό ήταν σαν να μην πονούσες. Μα τώρα ο πόλεμος τελείωσε και σ’ αφήκε αυτές τις είκοσι πληγές που πρέπει να τις γιάνεις μία-μία και πέρασε το καλοκαίρι κι ούτε μια δεν έκλεισε. Σου δίνουν Κόκα-κόλα, ποπ-κορν, τσιούηγκ-γκαμ, τζίτερμπαγκ, νάυλον και μαύρα ματογυάλια, και συ όχι, το ξέρεις το βοτάνι πώς μυρίζει και πού βρίσκεται. […]

[…] περνάς γραμμή της γειτονιάς τα σινεμά. Αμερικάνικο, αμερικάνικο, αμερικάνικο. […] Ο [χρόνος] και το χρήμα έχουν εκεί πέρα τόσο μεγάλη αξία! […] Μια «λαϊκή» θέση κοστίζει 12-22 πήττες αράπικες. Μα το σινεμά είναι φίσκα. […]

Ένας αρχαίος, ένας πολύ ανθρώπινος πολιτισμός κινδυνεύει εδώ πέρα. Η Μπεντουβίνα με το μουσκεμένο καλαμπόκι. Περπατάς κι ονειρεύεσαι. Αν είχε ξεκινήσει ο Μπωντελαίρ από τότε την σταυροφορία. Κάτι σαν αυτό που κάμαν ο Ρομαίν Ρολλάν με τον Μπαρμπύς στο Άμστερνταμ-Πλεγέλ. Ενάντια στον κατακλυσμό του Αμερικάνικου λαππά που απειλεί την ποίηση, την γεύση της ζωής σ’ όλες τις χώρες που σε πονούν σαν ανοιχτές πληγές. Δεν είναι όμως αργά, δεν είναι αργά».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση