Για τον Άρη Κωνσταντινίδη, έναν μεγάλο της Αρχιτεκτονικής σχέσιν έχοντα και με τη Νέα Φιλαδέλφεια…

aris_konstantinidisΈχω την γνώμη πως την Ιστορία της Πόλης μας έχουν δημιουργήσει οι αποτελούντες τον κόσμο της, αλλά και όσοι ανέπτυξαν μια σχέση μαζί της – ένας απ’ αυτούς τους τελευταίους και ο Άρης Κωνσταντινίδης, ένας μεγάλος της Αρχιτεκτονικής που είχε σχέση και με τη Νέα Φιλαδέλφεια δια της συμβολής του στο έργο των Εργατικών Κατοικιών της Πόλης μας.

Έκανε πολύ καλά η Ειρήνη Γρατσία, που στην ομιλία της για την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Πόλης μας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην «Όαση» την Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014, αναφέρθηκε και στον Άρη Κωνσταντινίδη – δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια, αφού τον είχε αναφέρει και στην ομιλία της στην Ημερίδα που είχε οργανώσει ο Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας για την αρχιτεκτονική κληρονομιά της Πόλης στο ΠΠΙΕΔ στις 15 Οκτωβρίου του έτους 2008.

Σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» καταχωρώ μια αναφορά στον Άρη Κωνσταντινίδη, δημοσιευμένη σε ξένο περιοδικό το έτος 1965 με την υπογραφή της Ελίζαμπετ Λαντγκράφ, αναφορά που περιελήφθη και στο βιβλίο του με τίτλο «Για την Αρχιτεκτονική» (Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, Α’ Ανατύπωση Μάρτιος 2004. Σελ. 177-179) – ας διαβαστεί με προσοχή:

«Όσοι ταξιδεύουνε στην Ελλάδα θα γνωρίζουνε τα ξενοδοχεία «Ξενία», ξενοδοχεία και μοτέλ που είναι λιτά και δεμένα με το τοπίο και που τα βρίσκει σχεδόν παντού, χτισμένα από έναν ημικρατικό Οργανισμό, άλλα κοντά σε αρχαιολογικούς χώρους, άλλα σε ιδιαίτερα όμορφα τοπία, κοντά στη θάλασσα. Διευθυντής της Υπηρεσίας που σχεδιάζει αυτά τα κτίρια είναι, από το 1957, ο αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης. Ορθολογιστής στην σκέψη, αλλά και με αρκετή αισθαντικότητα, βλέπει ότι η δουλειά του αρχιτέκτονα είναι «να φτιάχνει, όσο γίνεται πιο καλά, δοχεία ζωής» και ότι, ακόμα, «πρέπει να χτίζει με την φύση, γιατί η αρχιτεκτονική οφείλει να στέκει πάντοτε δεμένη με το τοπίο».

Ο Άρης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε το 1913 στην Αθήνα. Από νωρίς έδειχνε μια κλίση για κάθε τι το καλλιτεχνικό. Διάλεξε όμως να σπουδάσει αρχιτεκτονική και έτσι φοίτησε στο Πολυτεχνείο του Μονάχου από το 1931 μέχρι το 1936. Ήταν η εποχή του ανταγωνισμού ανάμεσα στο «Μπάουχαους» και στο «πατροπαράδοτο», που δεν τον άφησε αδιάφορο. Και συμπλήρωσε τις εμπειρίες του με ταξίδια σπουδής, από την Ολλανδία μέχρι τα νότια της Ιταλίας. Κι όταν γύρισε στην Ελλάδα, είδε και έζησε την πατρίδα του, μέσα από έναν καινούργιο και διαφορετικό τρόπο.Και ταξίδεψε και περιπλανήθηκε αρκετά για να τήνε γνωρίσει πιο σωστά. «Σε μας, στο ελληνικό τοπίο», λέει σήμερα, «με τους ανθρώπους του και με την παράδοσή τους στο χτίσιμο, κέρδισα μιαν πιο σωστή εικόνα γι’ αυτό που μου χρειαζόταν, ώστε να γίνω ένας αρχιτέκτονας που θα υπηρετούσε σωστά την εποχή του».

Από το 1936 εργάζεται ο Κωνσταντινίδης σαν ελεύθερος επαγγελματίας στην Αθήνα, όμως συνδυάζει την δραστηριότητά του και με απασχολήσεις σε διάφορες Υπηρεσίες. Στην αρχή στην «Διοίκηση Πρωτευούσης», μετά στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας – τότε χτίστηκαν κάτω από την καθοδήγησή του διάφορα Συγκροτήματα Εργατικών Κατοικιών – και σήμερα εργάζεται στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού.

Όταν είναι να σχεδιαστεί ένα καινούργιο κτίριο, βλέπει πρώτα το σχετικό οικόπεδο και το σπουδάζει «επιτόπου». Και έχει πάντα στον νου του πως το χτίσμα του θα πρέπει να εντάσσεται αρμονικά στο τοπίο. Αυτή την ένταξη τήνε προσδιορίζει με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου το έδαφος έχει μια έντονη κλίση. Και ό,τι χτίζει το διακρίνει μια αυστηρά πειθαρχημένη τάξη και μια ανάλαφρη κομψότητα. Και εδώ είναι που αντιμετωπίζει το κτίριο-σκελετός (ο οργανισμός που φέρει αποτελείται από λεπτά υποστυλώματα). Κι ακόμα: χρησιμοποιεί όλα τα πιο σύγχρονα νέα υλικά, όπως το «εμφανές» μπετόν, το σίδερο, τις πλάκες από συνθετικά υλικά, αλλά συμπληρώνει συχνά τις κατασκευές του με τοίχους από πέτρες της περιοχής όπου χτίζει. Κι όποτε χρησιμοποιεί ντόπιους χτίστες που τους αφήνει να δουλεύουν ελεύθερα σύμφωνα με την παράδοση που αυτοί κατέχουνε.

«Με όλα τα μέσα και με όλα τα υλικά, μπορεί να χτίσει κανείς σύγχρονα», λέει ο ίδιος. Είναι όμως και ο σεβασμός απέναντι στο τοπίο και την παράδοση που τον κάνουνε να μπορεί να ταιριάζει το πιο σύγχρονο με κάτι που είναι παλιό. Σαν αποτέλεσμα μακρόχρονης σπουδής -κυριώτερα με επιτόπιες παρατηρήσεις- κυκλοφόρησε το 1947 ένα μικρό βιβλίο, το «Δυο χωριά από την Μύκονο», που το ακολούθησε, το 1953, «Τα ξωκλήσια της Μυκόνου». Και στο μεταξύ διάστημα κυκλοφόρησε, στα 1950, το βιβλίο «Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια». Κι όπου, με αυτά τα δημοσιεύματα, αποδείχνεται το μεγάλο του ενδιαφέρον για προγονικούς τρόπους κατασκευής στην αρχιτεκτονική. Κι όπου, ακόμα, με τις αποκλειστικά δικές του φωτογραφίες, που περιέχουνε όλα τα πιο πάνω βιβλία του δείχνει με πόση μαεστρία ασκεί, σαν αγαπητή απασχόληση, και την τέχνη της φωτογραφίας. Τον απασχολεί όμως πολύ η ευθύνη που οφείλει να έχει ένας αρχιτέκτονας απέναντι στο παρόν και απέναντι στο μέλλον. Και απαιτεί όλο και περισσότερη αποφασιστικότητα και πάνω απ’ όλα το ότι πρέπει να έχει κανείς την ικανότητα του να ικανοποιεί, χτίζοντας, την ζωή, σε όλες τις απαιτήσεις της.

«Όλη μας η ζωή, η ύπαρξή μας, το είναι μας, αποτυπώνονται και ζούνε στην αληθινή αρχιτεκτονική μορφή, έτσι που η σύγχρονή μας πραγματικότητα να αφήνει τα ίχνη της στην ροή της ιστορίας».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση