Μ’ αφορμή τον γιορτασμό των 100 χρόνων της Αθήνας (1933)

Παύλος Νιρβάνας
Παύλος Νιρβάνας

Καταχωρώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» σήμερα ένα γραφτό του Παύλου Νιρβάνα δημοσιευμένο στο περιοδικό «Νέα Εστία» το έτος 1933 – και τούτο διότι η χρησιμότητά του, κατά την γνώμη μου, ξεπερνά τον χρόνο της δημοσίευσής του, είναι δηλαδή διαρκούς επικαιρότητας, αλλά και η προσεκτική ανάγνωσή του δύναται να ωφελήσει κάθε Πόλη:

«Από τα Εκατόχρονα της Αθήνας έλειψε, ακριβώς, εκείνο που έλειψε και από τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Ελευθερίας: το πνευματικό μνημείο.

Επισημότητες, παρατάξεις, λόγοι, προσφωνήσεις, φωταψίες, λίγα πανηγυρικά άρθρα στις εφημερίδες και ο κύκλος των εορτών έκλεισε. Τι απομένει ύστερ’ απ’ όλ’ αυτά για την ανάμνηση μιας ιστορικής ημερομηνίας και την δόξα μιας ιστορικής εποχής; Σχεδόν τίποτε.

Ένα χρόνο γιορτάζαμε τα Εκατόχρονα του Μεγάλου Σηκωμού του 1821. Και αν δεν τύχαινε, συμπτωματικά εντελώς, χωρίς καμμιά κρατική πρωτοβουλία, να φανούν την χρονιά εκείνη μερικά αξιόλογα έργα αφιερωμένα στην ηρωική εποχή, όπως του Βλαχογιάννη τα «Ηρωικά Χρόνια», του Μελά ο «Γέρος του Μωριά» και ο «Μιαούλης», του Κόκκινου η «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», του Θεοφανίδη η «Ιστορία του Ναυτικού κατά την Επανάσταση» και του Γατόπουλου οι αρχειοδιφικές ιστορικές μονογραφίες, οι γιορτές του Μεγάλου Ελληνικού Ιωβηλαίου θα έσβηναν χωρίς ν’ αφήσουν τίποτε πίσω τους.

Τι θ’ απομείνει τώρα και από τα Εκατόχρονα της Αθήνας που με τόση επισημότητα τα πανηγυρίσαμε, εδώ και λίγες μέρες, απάνω στην Ακρόπολη;

Δεν βλέπω σχεδόν τίποτε.

Γιατί τα λίγα σκόρπια σχετικά άρθρα που δημοσιεύθηκαν σ’ εφημερίδες και περιοδικά, όσο αξιόλογα κι αν είναι μερικά απ’ αυτά, δεν φαντάζομαι πως μπορούν ν’ αποτελέσουν το πνευματικό μνημείο που χρωστούσαμε να υψώσουμε, για τα Εκατόχρονα της Ελευθερίας της, στην «πασών τιμιωτάτην Πόλιν».

Πού είναι -για να περιορισθώ σ’ ένα παράδειγμα- η «Ιστορία των Αθηνών», μια συστηματική ιστορία της αιώνιας Πόλης από τα αρχαιότατα χρόνια ως σήμερα; Μέσα σ’ έναν αιώνα ελευθερίας θα έπρεπε να έχη πραγματοποιηθή ένα τέτοιο μνημείο, για να μην κλείση ο αιώνας χωρίς αυτό.

Κι όμως, εκτός από μερικές σκόρπιες μονογραφίες, και τις μοναδικές στο είδος τους εργασίες του Καμπούρογλου για τους χρόνους της Τουρκοκρατίας -πηγές αξιόλογες για τον ιστορικό της γενικής ιστορίας των Αθηνών- τίποτε γενικώτερο δεν έχουμε να παρουσιάσουμε.

Η Αθήνα περιμένει ακόμα τον ιστορικό της.

Αλλά για να γραφή η άξια ιστορία των Αθηνών, το Κράτος, ο Δήμος Αθηναίων, όλοι οι Έλληνες θα έπρεπε να έχουν πάρη τον ηθικόν αυτόν άθλο σαν μια μεγάλη Ελληνική υπόθεση.

Καμμιά όμως τέτοια φροντίδα, ούτε υλική, ούτε ηθική, δεν σημειώθηκε ποτέ. Και στα Εκατόχρονα της Ελευθερίας, η πνευματική Πρωτεύουσα του πολιτισμένου Κόσμου μένει ακόμα ανιστόρητη.

Αλλά και τι άλλο έχει να μας παρουσιάση στην μεγάλη της ιστορική γιορτή; Πού είναι το Ιστορικό της Μουσείο, η Ιστορική της Πινακοθήκη, τα Ιστορικά της Αρχεία;

Και όμως, μονάχα από το σχετικό υλικό, το σκορπισμένο εδώ κι εκεί, ο Δήμος Αθηναίων που έχει σπαταλήσει εκατομμύρια ως τώρα σε άλλα μάταια ή και άσχημα έργα θα μπορούσε να έχη καταρτίσει ένα αξιόλογο γενικό, Ιστορικό και Καλλιτεχνικό Μουσείο των Αθηνών και να το στεγάσει σ’ ένα Μέγαρο Δημαρχείου αντάξιο της αιώνιας αυτής Πόλης. Πού είναι και αυτό; Ίσως δεν θα το δούμε ποτέ.

Κάτι, ωστόσο, θα μπορούσε να γίνη, έστω και την τελευταία στιγμή.

Απλούστερο ίσως και προχειρότερο, απαραίτητο όμως για να μην κλείσουν τα Εκατόχρονα αυτά χωρίς ένα πνευματικό αναμνηστικό μνημείο. Εννοώ ένα είδος «Χρυσής Βίβλου» των Αθηνών, όπου θα είχαν καλεσθή να συνεργαστούν οι πνευματικές κορυφές του Τόπου – ιστορικοί, ποιητές, πεζογράφοι, καλλιτέχνες, με έργα τους παλαιά ή καινούργια, αφιερωμένα στην Αθηναία δόξα.

Δεν υπάρχει, σχεδόν, διαλεχτός Έλληνας τεχνίτης του λόγου ή της γραφής, που να μην έχει αφιερώσει ή να μην αισθάνεται τον έρωτα ν’ αφιερώση ένα χαιρετισμό της ψυχής του προς το αιώνιο θαύμα των Αθηνών.

Και μέσα στην «Χρυσόβιβλο» αυτή θα μπορούσε ακόμη να συγκεντρωθή και να διασωθή κάθε τι που έχει αφιερωθή ως τώρα στην δόξα της Αθήνας, από τους παλαιότερους ποιητές και λογοτέχνες της γης αυτής που τους έχει σκεπάσει.

Έτσι με την ευλαβική συμβολή νεκρών και ζωντανών θα μπορούσε να υψωθή ένα σεμνό πνευματικό μνημείο στα Εκατόχρονα της Αθήνας, άξιο να ζήση περισσότερο βέβαια από τις εφήμερες τελετές, τις εφήμερες φωταψίες και τους εφήμερους λόγους.

Και το μνημείο αυτό, για λόγους περισσότερο ηθικούς παρά υλικούς, θα έπρεπε να ιδρυθή μ’ ένα λαϊκό παναθηναϊκόν έρανο «οβολών», ώστε κάθε Αθηναίος να μπορέση να βάλη το λιθαράκι του για το χτίσιμό του. «Οι Αθηναίοι ανέθηκαν».

Ρίχνω απλώς μια ιδέα. Θα βρεθή τάχα κανένας να την υιοθετήση και να την βάλη σε πράξη; Αμφιβάλλω πολύ. Οι σεμνότερες ιδέες στον τόπον αυτόν έχουν την χειρότερη τύχη».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση