Η διοικητική αυτοτέλεια των Δήμων, ένα μείζονος σημασίας ζήτημα (ειδικότερα όσον αφορά στον Δημοτικό προϋπολογισμό) – 1962

Στο Συνέδριο της ΚΕΔΚΕ που πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα το καλοκαίρι του έτους 1962 ένα από τα ζητήματα που απασχόλησαν τους Συνέδρους ήταν και αυτό της διοικητικής αυτοτέλειας των Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος…

Δεν είχαν ακόμη μεσολαβήσει η «Εοκική πρακτική», ο «Καποδίστριας», ο «Καλλικράτης» και τώρα η «Γερμανική τεχνογνωσία» με τις άκρως δυσμενείς συνέπειές τους και στη διοικητική αυτοτέλεια των Οργανισμών της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της χώρας· δεν είχαν μεσολαβήσει και 52 ακόμη χρόνια καθεστώτος Ευρωατλαντικής υποταγής, αλλά και 46 χρόνια κακής κατάστασης του δημοκρατικού, αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος…

Υπήρχε ακόμη τότε η διάθεση και η δύναμη σ’ αυτό το κίνημα να αντιπαλεύει ενεργά τα δυσμενή επί της αρχής, διεκδικώντας το σωστό ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, χωρίς να εγκαταλείπει στην διάθεση της άρχουσας τάξης τίποτα απ’ όσα αυτό το κίνημα, με τη βοήθεια και της αληθινής επιστήμης, είχε έστω ως ένα βαθμό κατακτήσει, προσπαθώντας την διεύρυνση των κατακτήσεών του – και αυτό επηρέαζε και άλλους…

Καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» ορισμένα που διατύπωσε στο Συνέδριο της Καλαμάτας το καλοκαίρι του 1962 επί του μείζονος σημασίας ζητήματος της διοικητικής αυτοτέλειας των Δήμων και Κοινοτήτων ο Δήμαρχος Λεβαδέων Ιωάννης Ανδρεαδάκης (που όταν είχα εκλεγεί Δημοτικός Σύμβουλος Αθηναίων, κατά τις πρώτες Δημοτικές Εκλογές της μεταπολίτευσης, τον γνώρισα και από κοντά):

«… ένα άλλο επίσης κεφαλαιώδες θέμα που απασχολεί τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως είναι το θέμα το ονομαζόμενον της διοικητικής αυτοτελείας.

Διοικητικής αυτοτελείας των Δήμων και Κοινοτήτων.

Οι ποικίλοι περιορισμοί τους οποίους έχει επιβάλει η Διοίκησις και υπό το πέλμα της οποίας τελούν οι Οργανισμοί της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, είναι μαζί με το οικονομικόν πρόβλημα, οι παράγοντες αυτοί που τείνουν εις την κατάλυσιν της εννοίας της Αυτοδιοικήσεως.

Διότι οι περιορισμοί αυτοί τους οποίους επιβάλλει η Διοίκησις δια την έγκρισιν της ουσίας των πράξεων των Κοινοτικών και Δημοτικών Συμβουλίων έχουν ως συνέπειαν την μείωσιν μέχρις ακινητοποιήσεως της δραστηριότητος και της πρωτοβουλίας των Αιρετών Αρχόντων. Διότι δεν μπορεί να γίνη συζήτησις σοβαρά δια την ύπαρξιν Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, όταν η Διοίκησις θέλη όχι μόνον να ελέγχη τυπικώς, αλλά να ελέγχη και ουσιαστικώς τας πράξεις των Κοινοτικών και Δημοτικών Συμβουλίων, εις τρόπον ώστε να φθάνωμεν εις το αποτέλεσμα να κατευθύνωνται πλέον αι πράξεις των Δήμων και Κοινοτήτων υπό της Διοικήσεως. …

Ένας άλλος σημαντικός περιορισμός …, ο οποίος είναι βασικός δια τους Οργανισμούς της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως είναι … ο έλεγχος των προϋπολογισμών των Δήμων και Κοινοτήτων.

Ο Νόμος ΔΝΖ’ του 1912 δεν είχε τέτοιον περιορισμόν, δηλαδή δεν χρειαζόταν έγκρισις υπό της Διοικήσεως των προϋπολογισμών (των Δήμων και Κοινοτήτων). Ο περιορισμός αυτός καθιερώθη από την δικτατορία του Μεταξά και έκτοτε παρέμεινε, αλλά νομίζω όμως ότι ο περιορισμός αυτός, δηλαδή να φθάνωμε μέχρι του σημείου να επιστρέφωνται οι προϋπολογισμοί, … να υποδεικνύεται εκ μέρους της Διοικήσεως η διαγραφή ωρισμένων κονδυλίων … δια την εκτέλεσιν ωρισμένων έργων ή άλλων κονδυλίων που η [Δημοτική Αρχή] νομίζει ότι εξυπηρετούν [τις ανάγκες] των δημοτών, του λαού, … να έρχεται η Εποπτεύουσα Αρχή να υποδεικνύη την διαγραφήν των κονδυλίων αυτών, να κάνη υποδείξεις δια την εγγραφήν άλλων κονδυλίων, νομίζω ότι δεν προάγει η διάταξις αυτή την έννοιαν της Αυτοδιοικήσεως.

Υπάρχουν πάρα πολλοί περιορισμοί οι οποίοι είναι καθιερωμένοι και οι οποίοι αφορούν τον ουσιαστικόν έλεγχον των πράξεών μας και που θα πρέπει να καταργηθούν και να περιορισθούν μόνον εις τον έλεγχον νομιμότητος. …»

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση