Για τον Σμυρνιό γλύπτη Θανάση Απάρτη .1

thanasis-apartisΌσα θα καταχωρήσω σήμερα και αύριο στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» τα έχει γράψει ένας ζωγράφος συνομήλικος του Απάρτη, Σμυρνιός κι αυτός, και έχουν δημοσιευθεί στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το έτος 1966 – έχουν το προσόν ότι αναφέρονται στον γλύπτη, στο έργο του, μα και σε πρόσωπα, περιστατικά και περιβάλλοντα.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς τα ζωγράφισε όλ’ αυτά, τι έγραψε θέλω να πω, ο Ν. Καρτσωνάκης-Νάκης, αυτός ήταν ο Σμυρνιός ζωγράφος:

«Σπουδάζαμε μαζί με τον Απάρτη στο Γυμνάσιο της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης τον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτός ήτανε δυο τάξεις παραπάνω από μένα αν και έχομε την ίδια ηλικία.

Τα δυο αδέλφια Απάρτογλου είχανε όνομα στο Σχολείο μας, ο μικρότερος ο Γιάννης σαν μαθηματικός κι ο μεγάλος ο Θανάσης σαν καλλιτέχνης. Οι καθηγητές μας τους εκτιμάγανε και ιδιαίτερα ο Γυμνασιάρχης μας Στυλιανόπουλος, ο οποίος ενθάρρυνε τον Θανάση ν’ ακολουθήσει την κλίση του και να γίνει γλύπτης.

Ο πρώτος δάσκαλος του Απάρτη στην τέχνη στάθηκεν ένας Αρμένης γλύπτης με το όνομα Παπαζιάν, που σπούδασε στην Ρώμη και στην Βενετιά κι ο οποίος είχε την μάντρα του κοντά στον σιδεροδρομικό σταθμό του Μπασμά-Χανέ. Η μάντρα είχε και το υπόστεγό της κι ήτανε γιομάτη από μάρμαρα άλλα ακατέργαστα κι άλλα δουλεμένα. Ο Απάρτης θυμάται πάντα με αγάπη τον πρώτο του δάσκαλο, ο οποίος στην Καταστροφή της Σμύρνης ξέφυγε και πήγε στην Αμερική όπου και πέθανε.

Ο Θανάσης γεννήθηκε κοντά στην Αρμένικη συνοικία της Σμύρνης, εκειδανάς στην Κρύα Βρύση. Η μητέρα μου μου έλεγε πως στο εργαστήρι νυφικών ειδών του Πάντζαρη, που δούλευεν εκεί σαν μοδίστρα, ράφτηκαν τα νυφικά της κυρίας Απάρτογλου, της μάνας του Θανάση. Τα παράγγειλεν ο αδερφός της Γιάγκος Αργυρός …

Αργότερα η οικογένεια Απάρτογλου αγόρασεν ένα μεγάλο σπίτι στον δρόμο της Καθεντράλης κι εκεί εγκατασταθήκανε όλοι τους. Καρσί από το σπίτι τους ήτανε το ντουβάρι του αυλόγυρου της εκκλησίας. Στο υπόγειο αυτουνού του σπιτιού έκανε ο Θανάσης το εργαστήριό του κι εκεί δούλευεν μετά πολλής μανίας. Του άρεσε να σχεδιάζει από τότες και μέσα στο εργαστήριο της ζωγραφικής της Ευαγγελικής Σχολής είχαμε κρεμασμένα δυο μεγάλα σκέδιά του με σινική μελάνη καμωμένα με γενικό τρόπο. Το ένα ήτανε ο Ερμής του Πραξιτέλη και το άλλο ο Μωϋσής του Μιχαηλάγγελου.

Τον θυμάμαι καλά, λεπτός και κοντός καθώς ήτανε, με μια φλοττάν γραβάτα, το σήμα των καλλιτεχνών της ρωμαντικής μόδας. Τότε συνήθιζε να ντύνεται ωραία, γιατί βλέπετε ο πατέρας του ήτανε ράφτης, από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, καραμανλής – Άη Βασίλη τόπο. ο Θανάσης λοιπόν ήτανε κοντός κάτω από το μέτρο, σε τρόπο που κι αυτός ο Τούρκικος στρατός δεν καταδέχτηκε να τον επιστρατέψει, τον θεώρησε μπουτσούκ αντζάμ -μισόν άνθρωπο δηλαδή και τον απάλλαξεν από την στρατιωτικήν υπερεσία.

Στην τάξη του Απάρτη φοιτούσανε τότες τα πιο διαλεχτά παιδιά της Ευαγγελικής (Σχολής), ο Νίκος Χανιώτης, ο Κώστας Σαρόγλου γιατροί τώρα διάσημοι, ο Απόλλωνας Λεονταρίτης, ο γιατρός Τσακύρογλου κι άλλοι, που διαπρέψανε αργότερα στην ζωή τους.

Αλλού έγραψα για την Ευαγγελική Σχολή. Η περιώνυμη αυτή Σχολή ιδρύθηκεν από τον πάππο του Κοραή, τον Αδαμάντιο Ρύσιο το 1702, και είχεν εκείνο που δύσκολα βρίσκεται σε άλλα Ελληνικά σκολειά, κι αυτό ήτανε η πνευματική παράδοση. Μέσα σ’ αυτήν βρισκότανε διάχυτο το πανάρχαιο πνεύμα του Ελληνικού πολιτισμού, το πνεύμα του Όμηρου και του Ησίοδου, των αρχαίων και των νεώτερων συγγραφέων και ποητάδων, των πατέρων του Έθνους μας. Τι νομίζετε: ήτανε δεν ήτανε τρακόσα μέτρα απόσταση το σπίτι που γεννήθηκεν ο Απάρτης από ένα παρακλάδι του Μέλητα ποταμού που πέρναγε μέσα από την Σμύρνη. Στις όχθες του οποίου γεννήθηκεν ο Όμηρος, και γι’ αυτό λεγότανε Μελησιγενής.

Ας αφήσομε το λοιπόν την φαντασία μας να περιγράψει το μέρος που γεννήθηκεν ο Όμηρος. Ήτανε στην κοιλάδα του Προφήτη Ηλία, πέρα από το ποτάμι ένας μικρός προϊστορικός συνοικισμός η πατρίδα του, κι εκεί καθόντανε αυτός και τα παιδιά του και τα αγγόνια του κι άλλοι ραψωδοί μαθητάδες του καλλίφωνοι. Όλοι τους μαζί αποτελούσανε μια κουμπανία ένα θίασο να πούμε.

Αυτόν τον θίασο τον καλούσανε οι διάφοροι άρχοντες της Ιωνίας και της Αιολίδας, στα μέγαρά τους όταν είχανε γιορτές ή αγώνες και θρησκευτικά πανηγύρια, για να ψάλλουνε τα Κλέη των Ηρώων. Καβαλούσανε όλοι τα γαϊδουράκια με τροφίματα, στάρια, κριθάρια, όσπρια, μέλια, λάδια, κρασιά, τραχανάδες, μπληγούρια, ξερά φρούτα. Παράδες δεν υπήρχανε τότες.

Αυτά εμείς οι μαθητές της Ευαγγελικής (Σχολής) τα βλέπαμε με την φαντασία μας και τα ζούσαμε. Και τι δεν βλέπαμε όταν βγαίναμε στις εξοχές. Αρχαίες κολώνες, ιωνικά κιονόκρανα, επιγραφές και άλλες αρχαιότητες. Άσε πια τι μας διδάσκανε ο Παλαμάς κι οι άλλοι ποιητάδες. Άιντε να χωνέψεις τότες πως θα ‘μενες αιώνια σκλάβος της Τουρκιάς».

Τελειώνει εδώ το πρώτο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – αύριο θα καταχωρήσω το δεύτερο μέρος.

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση