Για τον Σμυρνιό γλύπτη Θανάση Απάρτη .2

apartisΚαταχωρώ σήμερα το δεύτερο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – υπενθυμίζω ότι πρόκειται για γραφτό του Σμυρνιού ζωγράφου Ν. Καρτσωνάκη-Νάκη, που είχε δημοσιευθεί το έτος 1966 στην «Επιθεώρηση Τέχνης».

«Ο Θανάσης (Απάρτης) τελείωσε την Ευαγγελική (Σχολή) το 1918. Στις 22 Αυγούστου του 1919 έφυγε με το «Πατρίς» για το Παρίσι και μαζί με κείνους που πήγανε να τον αποχαιρετίσουνε στην προκυμαία ήμουνα κι εγώ και θαρρώ ακόμα πως είναι αυτή η ίδια ώρα. Μούγραφε συχνά και μαθαίναμε τα νέα του. Η πιο μεγάλη τύχη του στάθηκε ότι γίνηκε μαθητής του μεγάλου Γάλλου γλύπτη Antoine Bourdelle ο οποίος δίδασκε τον καιρό εκείνο στην Grande Chaumiere. Ο δάσκαλος τον εκτίμησε και τον αγάπησε, στάθηκε σαν πατέρας του και σύστησε στην κυρία Έλενα Βενιζέλου να τονε βοηθήσει οικονομικά. Όταν το 1955 βρέθηκα στο Παρίσι, πήγαμε με τον Θανάση στο σπίτι του Bourdelle όπου μας δέχτηκε η χήρα του, μια ευγενικιά Ελληνίδα, η οποία μου διηγήθηκε πόσο ο Bourdelle εκτιμούσε τον Απάρτη. Έπειτα κι οι τρεις μας πήγαμε στα εργαστήρια του Bourdelle εκεί κοντά στο Mont Parnasse τα οποία σήμερα είναι μουσείο και προσκυνήσαμε.

Την σταδιοδρομία του στο Παρίσι, τις σπουδές του, την ζωή του, τις επιτυχίες του, όλα αυτά (ο Θανάσης Απάρτης) τα γράφει με λεπτομέρειες στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1962 και τιτλοφορείται «Από την Ανατολή στην Δύση».

Ο Θανάσης γύρισε στην Αθήνα το 1923 για να δει τους γονιούς και τ’ αδέρφια του. Όταν ξανά ‘ρθε πάλι το 1927 πήγαμε μαζί στην Κηφισιά κι επισκεφτήκαμε τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Αυτός καθόντανε σ’ ένα εξοχικό μακρόστενο σπιτάκι στο τέρμα της οδού Διονήσου. Εκείνη την εποχή έκανε ο Απάρτης το πορτραίτο του Παπαντωνίου. Όταν ήτανε να ταξιδέψει για την Ελλάδα, ο δάσκαλός του του σύστησε: «Άμα θα πας στην Πατρίδα, να κοιτάζεις μόνο τους αρχαίους».

Θυμάμαι την βαθειά συγκίνηση που του δώσανε τα αγάλματα των αετωμάτων του Ναού του Δία στην Ολυμπία και τα ανάγλυφα των μετοπών του ίδιου Ναού, ενώ ο Ερμής του Πραξιτέλη δεν του ‘κανε και τόσην εντύπωση.

Αγαπούσε τα αγάλματα των αρχαϊκών γλυπτών για την γνήσια γλυπτική τους φόρμα και τον ρεαλισμό τους. Βαθειά ρεαλιστής ο ίδιος, θαύμαζε τα αγάλματα των Ρωματικνών ναών καθώς και των Γοτθικών της Γαλλίας γι’ αυτόν τον ρεαλισμό και την ανθρωπιά τους. Ιδιαίτερα αγαπούσε τα γλυπτικά έργα της Μητρόπολης της Chartres.

Μπορώ να πω πως σπάνια καλλιτέχνης είχε την εργατικότητα αυτουνού του μικρόσωμου ανθρώπου και την αφοσίωση στην δουλειά του. Μπορούσε να εργάζεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ χωρίς διακοπή, με τον ίδιο πάντα ενθουσιασμό. Κάποτες πήγαινα στο ατελιέ του στην οδό Αρδηττού για να του κάνω τα πορτραίτα του. Καθότανε και πόζαρε απάνω σ’ ένα βάθρο, αλλά τονε ζώνανε τα φίδια γιατί τονε χασομερούσα από την δουλειά του. Όλο κοίταζε τα γύρω έργα του διαπεραστικά, τα σκεπτότανε και τα χάιδευε με τα μάτια του.

Ένα άλλο απόγευμα πήγα να τον δω στο ατελιέ του, είχε γυμνό μοντέλο και δούλευε. Μου λέει «πάρε χαρτί και σχεδίαζε κι εσύ». Κόντευε πια να βραδυάσει κι αυτός ακόμα δούλευε. Το φως χανότανε κι αυτός τον χαβά του. Του λέω «μα τι βλέπεις πια Θανάση» κι αυτός μου απαντάει «βλέπω, βλέπω».

Ο Απάρτης δεν εμπιστεύεται τόσο στην φαντασία του, δουλεύει από το φυσικό, πορτραίτα, ολόκληρες μορφές, γυμνά.

Μου έλεγε «τα έργα μου τα θέλω σκληρά, τα θέλω σωστά και αληθινά». Με δίδασκε πάντα: «Όταν ζητάς τα επουσιώδη χάνεις τα ουσιώδη. Δούλευε τα έργα σου από τα μέσα προς τα όξω, βλέπε τα γενικά».

Σκέπτομαι πάντα τα λόγια του. Πόσο δίκιο έχει. Από όσα έργα μας άφηκεν ο χρόνος στο πέρασμά του, εκείνα που είναι κοντά στην φύση, αυτά ζούνε μέσα στους αιώνες την φυσική και πνευματική τους ζωή.

Ο Θανάσης συχαινότανε τους τσαρλατάνους και τους αρριβίστες της τέχνης και είχε γι’ αυτούς μιαν αμείλιχτη γλώσσα.

Αυτός έχει ακόμα ένα μεγάλο ανθρώπινο προσόν: Ό,τι ξέρει θέλει να το μεταδώσει χωρίς υστεροβουλία. Όλο προσπαθεί να συμβουλέψει και να ενθουσιάσει. Όπου έβλεπε μια μικρή φλόγα σε κανένανε μαθητή του προσπαθούσε να την δυναμώσει. Λογαριάζω πόσο βλάφτηκεν η φτωχή μας τέχνη από τον αποκλεισμό του επί τόσα χρόνια από την Σχολή των Καλών Τεχνών. Πόσα είχανε να ωφεληθούνε οι μαθητές του από το παράδειγμά του, από την Ευρωπαϊκή του μόρφωση και τον ενθουσιασμό του.

Τέλος, ο Θανάσης Απάρτης θέλει την τέχνη να την αιστάνεται και να τηνε χαίρεται όλος ο κόσμος. Αλλοιώς ματαιοπονούμε όλοι μας».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση