Περί της κριτικής στον χώρο της Τέχνης (Μ’ αφορμή κάποιες απόψεις του Γιάννη Ρίτσου πάνω στην κριτική του ποιητικού λόγου)

Ο ποιητής Τάκης Μενδράκος
Ο ποιητής Τάκης Μενδράκος

«Περί Μαγιακόβσκη» η γραφή του Γιάννη Ρίτσου, σε δημοσίευμά του στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (τεύχος 106-107), που συνάντησε κάποιαν αντιγνωμία του Τάκη Μενδράκου στο τεύχος του Ιανουαρίου 1964 (εδώ και πάνω από 50 χρόνια δηλαδή) στο ίδιο περιοδικό – αντιγνωμία σε κάποιες απόψεις του Γιάννη Ρίτσου πάνω στην κριτική του ποιητικού λόγου, απόψεις που έδωσαν την αφορμή στον Τάκη Μενδράκο να κάνει χρήσιμη θαρρώ αναφορά στην κριτική στον χώρο της Τέχνης, την σημασία και τον ρόλο της, αναφορά αείζωη κατά τη γνώμη μου.

Αυτός είναι ο λόγος που καταχωρώ τούτη την αναφορά σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» – ας την διαβάσουμε με προσοχή:

«… Όταν είδα τον τίτλο «Περί Μαγιακόβσκη» στο άρθρο του Γιάννη Ρίτσου κίνησα για ένα χώρο που χρόνια λαχταρούσα και που η άγνοια της ρούσικης γλώσσας μού τον είχε αποκλείσει. Ούτε τα γαλλικά μου μου επιτρέπουνε να χαρώ τον περίφημο τόμο που επιμελήθηκε η Έλσα Τριολέ.

Εκείνο όμως που τελικά μ’ απασχόλησε δεν ήταν το θέμα, αλλά κάποιες γενικώτερες απόψεις του Γιάννη Ρίτσου πάνω στην κριτική του ποιητικού λόγου …

«… Άχαρο και σχεδόν ακατόρθωτο είναι μια ψύχραιμη και αντικειμενική αντιμετώπιση ενός ποιητικού έργου τόσο μεγάλης σημασίας όπως του Μαγιακόβσκη…».

Φυσικά αυτό μπορεί να θεωρηθή σαν μια δικαιολογημένα σεμνή στάση απέναντι στο έργο του Μαγιακόβσκη ή σαν μια έμφαση στο μεγαλείο του, αλλά συνεχίζει: «… ο κριτικός, από θέση, παίρνει μια στάση επόπτη, ελεγκτή, ερευνητή και, το χειρότερο, διδασκάλου απέναντι του ποιητή …», και παρακάτω, «… ο διδαχθείς να παρουσιάζεται διδάσκων τον διδάσκαλόν του είναι κάτι περισσότερο από έλλειψη ήθους…».

Ίσως είναι το όνομα του αρθρογράφου που βαραίνει, ένα όνομα που από καιρό πέρασε τα σύνορα της πατρίδας μας και το έργο του, ένα έργο που τιμήθηκε με λαμπρές κριτικές από ανθρώπους σαν τον Λουί Αραγκόν, που δίνουνε και στις απόψεις αυτές ένα βάρος και σε οδηγούνε σε μια σειρά συλλογισμούς.

Πρώτο συμπέρασμα λοιπόν: είναι κάτι περισσότερο από έλλειψη ήθους μια οποιασδήποτε μορφής κριτική αντιμετώπιση στην ποίηση, ή έστω, στην μεγάλη ποίηση. Αλλά μήπως ποιητής – μικρός ή μεγάλος – δεν βαδίζει πάνω σε γνωστά αισθητικά μονοπάτια ή δεν χαράζει καινούργια, που έχουμε την ανάγκη της γνωριμιάς τους; Και κάτι ακόμα: Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τον πεζό λόγο, για την μουσική ή τις εικαστικές τέχνες;

Επομένως, από την μια μεριά η τέχνη γίνεται χώρος ιερός και απαράβατος για όποιον θελήσει να σκύψει πάνω της πιο ζεστά και πιο επίμονα, από την άλλη η κριτική δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο.

Έτσι όμως παραβλέπουμε κάτι βασικό: ότι ο καθένας, … όταν διαβάζει, όταν ακούει ή όταν βλέπει, όταν επικοινωνεί γενικά με ένα έργο, έχει τις αντιδράσεις του. Εντελώς φυσικά παίρνει μια θέση, κρατάει μια στάση, αισθάνεται δηλαδή μια έλξη ή μιαν απώθηση. Πιέζεται από την ανάγκη της κριτικής. Από δω και πέρα πια δεν απομένει παρά να γίνει κάτι τέτοιο ανεπίσημα ή επίσημα.

Ο Γιάννης Ρίτσος αναρωτιέται αν θα πρέπει να σπρώξουμε αυτή την ανεπίσημη αντιμετώπιση ως την καθιέρωση: «Μήπως θάπρεπε λοιπόν να παραιτηθούμε από κάθε προσπάθεια ανάλυσης, ερμηνείας και αξιολόγοησης ενός έργου τέχνης … αφήνοντας ελεύθερη, ανεπηρέαστη και απροκατάληπτη την όποια ευαισθησία, του όποιου κοινού, για μια βαθύτερη, μέσω της συχνής ανάγνωσης και του χρόνου, οικείωσή του με το έργο;»

Είναι πολλά τα χρόνια που χωρίζουνε τον Γιάννη Ρίτσο από την εποχή που ήταν κι ο ίδιος ένα «όποιο κοινό» και ξεχνάει ίσως τον μόχθο του απληροφόρητου και το πλήθος των παρανοήσεων που παραμονεύουν τον απροετοίμαστο ή έστω τον λίγο μυημένο.

Γι’ αυτό ο Πωλ Βαλερύ, σε κάποιο από τα θαυμάσια δοκίμιά του, ομολογεί πως περισσότερο από τον συγγραφέα ο αναγνώστης είναι εκείνος που έχει την ανάγκη, την βοήθεια και την συμπαράσταση του κριτικού.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι πολύ δικαιολογημένη η ανησυχία του ποιητή για τον τρόπο που θα πλησιάσουν την δουλειά του, κι ακόμα εντελώς φυσική η απαίτηση μιας αβρής μεταχείρισης για κάτι εύθραυστο και γεμάτο ευπάθειες όπως είναι το έργο τέχνης. Είναι πολλά και μεγάλα τα ονόματα που με την φροντίδα τους στέκουν σαν εγγύηση στην πιο πάνω ανησυχία.

Αν δεν δούλευε σκληρά ο Ρομαίν Ρολλάν θα χάναμε ένα μεγάλο μέρος από το έργο του Μπετόβεν ή θα κάναμε, στην καλύτερη περίπτωση, τον δεκαπλάσιο χρόνο να το κερδίσουμε μονάχοι μας. Αν ο Ρ.Μ. Ρίλκε δεν μας δάνειζε την δικιά του ευαισθησία, ίσως να μην ανακαλύπταμε το μεγαλείο του Ροντέν σε όλη του την έκταση. Όταν ο Πλεχάνωφ έλεγε πως: «το ζήτημα για τον κριτικό δεν είναι να κλάψεις ή να γελάσεις, αλλά να καταλάβεις…», φαντάζομαι πως θάθελε να τονίσει την ευκολία του πληροφορημένου να περνάει πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, κάτι που λείπει τις πιο πολλές φορές απ’ τον απλόν αναγνώστη.

Αλλά ας μην πάμε μακρυά. Μήπως η ελληνική ποίηση δεν δέχτηκε την ευεργετική επίδραση του γυμνασμένου, ευαίσθητου κριτικού ματιού; Ο Ξενόπουλος, επισημαίνοντας πρώτος ο φαινόμενο Καβάφη, τον προβάλει θαρραλέα. Ο Βάρναλης θυμίζει ότι τα «Μαραμπού» του Καββαδία δεν προσέχτηκαν όσο έπρεπε. Ο Παλαμάς γράφει στίχους γεμάτους ενθουσιασμό για το αληθινά θαυμάσιο «Τραγούδι της αδελφής μου» (του Γιάννη Ρίτσου). Ακόμα και ο μεγάλος αρνητής, ο Φώτος Πολίτης, … στάθηκε τόσο εποικοδομητικός …

Όλα αυτά, φυσικά, δεν … σημαίνουν έλλειψη σεβασμού στον ποιητή. Δεν είναι τίποτ’ άλλο από απλές υπομνήσεις, που προσπαθούν να μειώσουν ένα στοιχείο υπερβολής που είναι αποτέλεσμα από την μια μεριά της σεμνότητάς του απέναντι στον Μαγιακόβσκη, κι από την άλλη μιας εμφαντικής επιδοκιμασίας για το έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή».

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση