Ορισμένα για τον Τζορτζ Χόρτον (1860-1942) τον συγγραφέα του βιβλίου «Η μάστιξ της Ασίας» .2

George-hortonΚαταχωρώ σήμερα το δεύτερο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου, υπενθυμίζοντας ότι τα καταχωρούμενα έχω αντλήσει από εργασία του Φίλιππου Κ. Φάλμπου που δημοσιεύθηκε το έτος 1962 στην «Μικρασιατική Ηχώ», την μηνιαία έκδοση της «Ενώσεως Σμυρναίων».

«Ακολουθεί στα 1895, σαν καρπός της Αθήνας, μπορούμε να πούμε, δεύτερο βιβλίο του, ποιητική κι αυτό συλλογή με τον τίτλο «Σε άγνωστες θάλασσες». Και το έργο του τούτο επαινέθηκε από την κριτική.

Όταν στα 1893, δυο χρόνια πριν από την έκδοση της δεύτερης αυτής ποιητικής συλλογής, ζητήθηκε από τον Χόρτον, που τότε ακριβώς άρχιζε την διπλωματική του καριέρα, να τοποθετηθή σαν Πρόξενος στην Ευρώπη, του προτάθηκαν ταυτόχρονα δυο πόλεις: η Αθήνα και το Βερολίνο. Ο Χόρτον, Ελληνολάτρης, θαυμαστής της κλασσικής Ελλάδας, αδίσταχτα διαλέγει την χώρα μας. Κανένας άλλος δεν θα σκεπτόταν έτσι και θα επεδίωκε την πολύ καλλίτερη από την Αθήνα θέση του Βερολίνου.

Η μικρή … Αθήνα του 1893, καμαρωμένη όμως νύμφη της Αττικής και ιοστεφές, από γεννησιμιού της, άστυ, γοητεύει κυριολεκτικό τον νεαρό διπλωμάτη. Η Πλάκα με το ξανθό κρασί της τον μαγεύει και μαζί με την Αθήνα τραγουδάει και τα υπογάκια της που το φιλοξενούν. Θα μας τα εκμυστηρευτή αργότερα που θα μάθη καλά την γλώσσα μας.

Γνωρίζω ένα υπόγειο που το κρασί αστράφτει
ωσάν ακτίνα ηλιακή στην φυλακή βαλμένη.
Εκεί σε κάθε μπουκαλιού αραχνιασμένο βάθος
του Ρήνοι οι μύθοι βρίσκονται γλυκά αποκοιμισμένοι

Οι κλασσικές σπουδές που είχε κάνει στα Πανεπιστήμια της πατρίδας του γίνονται στην Αθήνα το κατάλληλο προσάναμμα και με τον καιρό φουντώνει η φλόγα κι η φωτιά της αγάπης του στην φυσική κληρονόμο της κλασσικής Ελλάδας, την Νέα Ελλάδα. Ζει με τον λαό της, συναναστρέφεται και ανακατεύεται μαζί του, τρώει και πίνει μ’ αυτόν και πέφτει με τα μούτρα στην εκμάθηση της νεοελληνικής, που σε λίγα χρόνια όχι μόνο την μιλά, αλλά και την γράφει περίφημα – και γράφει και ποιήματα ακόμη. Καιρός είναι να γράψη και ένα μυθιστόρημα τώρα στην νεοελληνική και να, στα 1896, εκδίδει στην Αθήνα τον «Κωνσταντίνο», γεμάτο με περιγραφές της χώρας μας, με τα ήθη και έθιμα του λαού μας.

Γυρίζει τις γειτονιές της Αθήνας, ταξιδεύει συνεχώς στα χωριά της Πελοποννήσου και της μικρής τότε Ελλάδας. Ενθουσιάζεται με τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, που εγκαινιάστηκαν στην Αθήνα στα 1896 και που τους περιγράφει σε εφημερίδες και περιοδικά της πατρίδας του, εξαίροντάς τους σαν θεσμό και σαν εκδήλωση ευγενική και πολιτιστική. Περιγράφει ακόμη τις επαναστάσεις της Κρήτης, συγκινείται και εμπνέεται απ’ αυτές, καθώς και πολλά άλλα γεγονότα και περιστατικά της Ελλάδος της εποχής εκείνης.

Στα 1897 εκδίδει στο Λονδίνον το μεγάλο ποίημά του με τον τίτλο «Αφρόεσσα», που είναι εμπνευσμένο απ’ την Ελληνική λαϊκή παράδοση για τις νεράϊδες. Έφτασαν τότε να τον παραβάλουν με τον Κητς, τον γλυκύ και φημισμένο Άγγλο ποιητή. Το επόμενο έτος (1898), τελευταίο χρόνο που ήταν Πρόξενος στην Αθήνα, εκδίδει και την «Ωραία λησταρχίνα».

Επιστροφή του έπειτα στην Αμερική και διαμονή του εκεί, τον απομακρύνουν προσωρινά από τις Ελληνικές χώρες και το αγαπημένο του Αιγαίο.

Στο Σικάγο τώρα, εκδίδει σειρά έργων του. Στα 1901, το «Σαν άλλη Ελένη», ιστορική νουβέλλα του, με θέμα κρητικό, με επεισόδια και περιγραφές ηρωϊσμών από την Επανάσταση, με σκηνές φρικιαστικές, με φωτογραφίες εκ του φυσικού, των βαρβαροτήτων κατά των χριστιανών του ηρωϊκού νησιού. Το βιβλίο αυτό του Χόρτον θεωρείται το αριστούργημά του στον πεζό λόγο.

Εν συνεχεία, τον ίδιο χρόνο (1901) εκδίδονται δύο έργα του: το «Η σημερινή Αθήνα» και το «Πειρασμός του Πατρός Αντωνίου», νουβέλλα επίσης, το επόμενο δε έτος 1902 εκδίδει το «Στην Αργολίδα» όπου ζωγραφίζονται ήθη και έθιμα, προλήψεις και δεισιδαιμονίες του Ελληνικού λαού, προτερήματα και ελαττώματά του, όπως τα είδε και τα έζησε ο παρατηρητικός αυτός νεοελληνιστής στα χρόνια της διαμονής του στην Ελλάδα. Το βιβλίο τούτο το επήνεσε και στην Ευρώπη ο διάσημος Ελληνιστής Βιλλαμόβιτς».

Τελειώνει εδώ και το δεύτερο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – αύριο θα καταχωρήσω το τρίτο μέρος.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση