Ο διακανονισμός του εξωτερικού δημόσιου χρέους (ένα παλαιό, διαφωτιστικό ωστόσο, σχόλιο)

Όσα θα καταχωρήσω σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» τα διάβασα 19χρονος νεαρός σπουδαστής της Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Ε.Μ. Πολυτεχνείου στο περιοδικό επιστημονικής έρευνας «Σύγχρονα Θέματα» – επειδή τα θεωρώ χρήσιμα και τρεχόντως για όσους ασχολούνται με τα σχετικά, γι’ αυτό και τα καταχωρώ εδώ εκ νέου:

«Αποτελεί ιστορία παράλληλη η καθυστέρηση της Ελληνικής οικονομίας και η δανειοδότηση από το εξωτερικό. Μόνο η διερεύνηση κάθε δανείου και κάθε δανειακής περιόδου, μπορεί να αποκαλύψει με ποιο τρόπο τα εξωτερικά δάνεια αποσύνθεσαν και παράλυσαν την εθνική οικονομία, πώς οδήγησαν την Ελλάδα τέσσερεις φορές σε πτώχευση, και πώς συνετέλεσαν να ανακοπεί κάθε προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης.

Η συμφωνία που πραγματοποιήθηκε με τους Αμερικανούς ομολογιούχους και η πρόθεση της Κυβέρνησης (Καραμανλή) να διακανονίσει και τον κύριο όγκο του προπολεμικού δημόσιου χρέους με πρότυπο την συμφωνία αυτή, αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα γεγονότα της οικονομικής ιστορίας της Χώρας, τόσο για τις επιπτώσεις που θα επιφέρει ο διακανονισμός στον Κρατικό προϋπολογισμό, όσο και γιατί προδιαγράφει την αρχή μιας νέας έντονης δανειακής πολιτικής.

Οι όροι διακανονισμού με τους Αμερικανούς ομολογιούχους (αναγνώριση ολόκληρης της οφειλής και κεφαλαιοποίηση μέρους των τόκων των ετών 1952-1962) είναι οι δυσμενέστεροι που επιβλήθηκαν σε οφειλέτρια χώρα. Αναγνωρίσθηκε κεφάλαιο 40 εκατομμυρίων δολλαρίων (36 εκατομμύρια δολλάρια η ονομαστική αξία των διακανονισθέντων δανείων 1924, 1925 και 1928 και 4 εκατομμύρια δολλάρια κεφαλαιοποιηθέντες τόκοι), ενώ τα δάνεια απέδωσαν καθαρό προϊόν 33 εκατομμύρια δολλάρια περίπου και από αυτά το δάνειο του 1925 ονομαστικής αξίας 11 εκατομμυρίων δολλαρίων ήταν στην ουσία εικονικό γιατί το διαχειρίστηκε σαν επιχείρηση κοινής ωφελείας η Αμερικανική εταιρεία Ούλεν.

Με την συμφωνία αυτή σαν πρότυπο, (οι Άγγλοι ομολογιούχοι διέκοψαν τις διαπραγματεύσεις για να εκβιάσουν πιο ικανοποιητικές λύσεις), θα αναγνωρισθεί για τους ιδιώτες ομολογιούχους οφειλή 186 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ το ποσό που εισπράχθηκε είναι περίπου 140 εκατομμύρια δολλάρια.

Οι όροι της συμφωνίας διακανονισμού γίνονται επαχθέστεροι από τους υπερβολικά βαρείς όρους τοποθέτησης και έκδοσης των δανείων. Έκδοση πολύ κάτω από το άρτιο, μεγάλοι τόκοι και προμήθειες, προνομιακές παραχωρήσεις και μη παραγωγική τοποθέτηση του προϊόντος των δανείων. Ελάχιστα ποσά των δανείων τοποθετήθηκαν παραγωγικά και συγκεκριμένα 7,6% της περιόδου 1879-1893, 11,77 της περιόδου 1893-1922 και 31% της περιόδου 1922-1932. Οι επενδύσεις όμως της τελευταίας δανειακής περιόδου ήσαν κοινής ωφελείας, κυρίως, και η συμβολή τους στην εκβιομηχάνιση ήταν περιωρισμένη και έμμεση, ενώ ωρισμένα δάνεια που χαρακτηρίστηκαν παραγωγικά είτε διετέθηκαν στην κατασκευή έργων υπερβολικής δαπάνης, που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν, όπως το δάνειο των σιδηροδρόμων του 1925, αξίας 21 εκατομμυρίων δολλαρίων, είτε τα διαχειρίστηκαν οι ξένοι, όπως της ύδρευσης (Ούλεν). Μεγάλο μέρος των δανείων απερρόφησαν οι στρατιωτικές δαπάνες και οι πολεμικές αποζημιώσεις για πολέμους … που επέβαλαν στην Ελλάδα τα συμφέροντα των «Δανειστριών Δυνάμεων».

Υποστηρίζεται και αποδεικνύεται από τους πιο έγκυρους Έλληνες συγγραφείς ότι το σύνολο του προπολεμικού δημόσιου χρέους έχει αποπληρωθεί.

Η Κυβέρνηση (Καραμανλή) όμως κάτω από την πίεση της Κοινής (Ευρωπαϊκής) Αγοράς και την προσδοκία νέων δανείων – για τα οποία είναι αμφίβολο αν ο διακανονισμός ήταν απαραίτητη προϋπόθεση – εκβιάσθηκε να αναγνωρίσει ανύπαρκτες υποχρεώσεις. Ακόμα δυσμενέστεροι γίνονται οι όροι του εκβιασθέντος διακανονισμού, αν συγκριθούν με τους αντίστοιχους άλλων οφειλέτιδων χωρών, που συμφώνησαν να καταβάλουν μικρό μέρος του δημόσιου χρέους τους (η Τουρκία πραγματοποίησε επανειλημμένες μειώσεις, η Γιουγκοσλαβία καταβάλει κάτω του 10%), και ληφθεί υπ’ όψη ότι οι από επανορθώσεις οφειλόμενες στην Ελλάδα αποζημιώσεις, έναντι 8.500 εκατομμυρίων δολλαρίων ζημιών που υπέστη, δεν κατεβλήθησαν, εκτός από ελάχιστο μέρος, και έχουν φαλκιδευθεί στο 1/10 περίπου.

Μέχρι του έτους 1967 τα τοκοχρεωλύσια του προπολεμικού δημόσιου χρέους (το σύνολό του ανέρχεται σε 261 εκατομμύρια δολλάρια) με βάση την συμφωνία των Αμερικανών κομιστών θα επιβαρύνουν τον Κρατικό προϋπολογισμό με 8,5 εκατομμύρια δολλάρια (255 εκατομμύρια δραχμές) και από το 1967 με 12 εκατομμύρια δολλάρια (360 εκατομμύρια δραχμές). Υπολογίζεται ότι η εξυπηρέτηση του προπολεμικού και του μεταπολεμικού δημόσιου χρέους θα επιβαρύνει τον (Κρατικό) προϋπολογισμό του 1963 με 53 εκατομμύρια δολλάρια (1600 εκατομμύρια δραχμές). Από το 1964 η επιβάρυνση του Κρατικού προϋπολογισμού θα (αυξάνει), γιατί το δανειακό μέρος εκτέλεσης του προγράμματος (δημοσίων επενδύσεων) – ανίκανο, έστω και εκτελούμενο ακόμα, να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας στα πλαίσια της Κοινής (Ευρωπαϊκής) Αγοράς – θα προσθέτει στο δημόσιο χρέος 3.500 εκατομμύρια δραχμές κατά έτος.

Ενώ … η πορεία των δημοσίων επενδύσεων το 1962 εμφανίζεται εξασθενημένη και οι ιδιωτικές επενδύσεις στην βιομηχανία τα έτη 1960, 1961 ήταν μόνο ελαφρά ανώτερες του ενός τρίτου των υπολογιζομένων από το πρόγραμμα, ο δημόσιος δανεισμός και οι στρατιωτικές δαπάνες ακολουθούν ανοδική πορεία με σαφή ροπή αύξησης. Τα δάνεια και η εξυπηρέτησή τους ισοδυναμούν με φορολογία και η φορολογία θα ενσωματωθεί αναγκαία στις τιμές, την στιγμή που στοιχειώδης προϋπόθεση επιβίωσης στο πλαίσιο της Κοινής (Ευρωπαϊκής) Αγοράς είναι η πτώση των τιμών και συναγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων. Και επειδή – όπως και στο παρελθόν – θα είναι αδύνατο η όποια αύξηση των φόρων να καλύψει την «καλπάζουσα» αύξηση των τοκοχρεωλυσίων, διαγράφεται ήδη με καθαρότητα στον ορίζοντα της Ελληνικής οικονομίας, για μια ακόμη φορά, η κλασσική φράση του (Χαρίλαου) Τρικούπη: «Κύριοι επτωχεύσαμε».

Μένει τώρα να σημειώσω πως όσα παραπάνω καταχώρησα – ακαδημαϊκό μάθημα διαφωτιστικό περί εξωτερικού δημοσίου χρέους – έχουν δημοσιευθεί στην στήλη των σχολίων του δεύτερου τεύχους του περιοδικού «Σύγχρονα Θέματα» (Νοέμβριος Δεκέμβριος 1962, Σελ. 226-227).

Κώστας Π. Παντελόγλου

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση