Για το «Γράμμα απ’ το Σαρλερουά», μια ταινία μικρού μήκους εμπνευσμένη από την ζωή των Ελλήνων μεταναστών στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου (Ταινία που προβλήθηκε προδικτατορικά και σε εκδήλωση του Συλλόγου Φοιτητών της πόλης μας) .1

charleroi1Όσα ακολουθούν αποτελούν μια κριτική προσέγγιση της ταινίας του τίτλου του σκηνοθέτη Λάμπρου Λιαρόπουλου, που αναφέρεται σε μια πλευρά μείζονος σημασίας του προβλήματος της μετανάστευσης.

Η ταινία αυτή, μαζί και με άλλες μικρού μήκους ταινίες, προβλήθηκε και στην πόλη μας προδικτατορικά σε εκδήλωση του Συλλόγου Φοιτητών, που έλαβε χώραν Κυριακή πρωί στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του «Σινέ Σπανδάγος», το οποίο είχε κτισθεί στην θέση του προϋπάρχοντος θερινού κινηματογράφου «Βόσπορος» στην Πλατεία Πατριάρχου.

Αλλά ας διαβάσουμε γι’ αυτή την ταινία όσα είχαν σημειωθεί στο καλό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»:

«… ευθύς εξ αρχής πρέπει να συμφωνήσουμε πως η διαπραγμάτευση χαρακτηρίζεται από την στερεότητα και την ειλικρίνεια που απαιτεί το υπέρογκο μέγεθος του προβλήματος. Απ’ το πολυεδρικό πρόβλημα της μετανάστευσης, ο σκηνοθέτης έχει απομονώσει μια μόνο διάσταση, εξαιρετικά όμως σημαντική, όσο και υποτιμημένη – την ατομικά ψυχολογική. Τούτο δεν σημαίνει πως για την ταινία το όλο πρόβλημα συγκεντρώνεται σ’ αυτή την διάσταση…

Οι οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι, πολιτικοί, όταν αναφέρονται σ’ αυτό το θέμα, μιλούν συνήθως για την «απώλεια του δυναμικού» ή για την «εισροή συναλλάγματος και εσόδων»· για την «εγκατάλειψη της υπαίθρου» ή την «εκπαίδευση στελεχών στην μοντέρνα τεχνολογία»· για τις «δημογραφικές συνέπειες» ή την «εκτόνωση του κύματος της ανεργίας» – και κάθε φορά, ανάλογα με το προέχον κριτήριο, χαρακτηρίζουν την μετανάστευση ως «ευλογία ή κατάρα».

Όμως, η ψυχρή γλώσσα των αριθμών και των οικονομικών συνδυασμών, κατά κανόνα λειτουργεί ερήμην του εσωτερικού ανθρώπινου στοιχείου – σ’ αυτήν ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως ποσότητα μάζας, … που επαληθεύει ή όχι, σχέδια, νόμους, οικονομικές αναλύσεις. Η συναισθηματική ζωή του ατόμου, τα μύχια βιώματά του, οι ανάγκες και τα πάθη της ψυχής του τα πιο πολύτιμα, παραγνωρίζονται ή αναφέρονται ως δευτερεύουσα ή τριτεύουσα μορφή του δράματος.

Αν όμως μέσα στον αντικειμενισμό των οικονομικών συσχετίσεων, δεν προβλέπεται θέση για το ατομικώς ωρισμένο ανθρώπινο δράμα, ή τουλάχιστον για το γενικώτερο εκείνο που έχει περιεχόμενό του την προσωπική ζωή του ατόμου πέρα από τους υλικούς προσδιορισμούς της – μέσα στην τέχνη, αυτή «η παρεμπίπτουσα» έκφανση του δράματος, διεκδικεί όλο τον χώρο που αναλογεί στην σπουδαιότητά της.

Έτσι, το «Γράμμα απ’ το Σαρλερουά», προϋποθέτοντας ως δεδομένες, και όχι ως μη υπάρχουσες, τις υπόλοιπες πλευρές του προβλήματος (της μετανάστευσης), προχωρεί στην διερεύνηση των επιπτώσεων στους εσωτερικούς χώρους – απεικονίζει τα ψυχολογικά αδιέξοδα που ορθώνονται στον κόσμο του εκπατρισμένου.

Σ’ αυτή του την προσπάθεια ο σκηνοθέτης κάνει «καθαρή δουλειά» – ούτε εξωραΐζει, ούτε δημαγωγεί· κι ούτε καταδέχεται να επικαλεστεί την συνδρομή «αβανταδόρικων» εξωτερικών στοιχείων. Τέτοια στοιχεία λ.χ, που θα τεκμηρίωναν επιδερμικά την επιδίωξή του, θα μπορούσε να ανεύρει στην αποτύπωση δυσμενών υλικών συνθηκών ζωής ή εργασίας· όμως οι συνθήκες ζωής που διαλέγει δεν εικονίζονται ως άθλιες, ούτε και ως δυσμενείς – οι όροι διαμονής είναι ανεκτοί, υπάρχει ένα νοικοκυρεμένο κατάλυμα, λέσχη, βιβλιοθήκη μ’ ελληνικά βιβλία, ελληνικό καφενείο, εκκλησία κλπ. Το πρόβλημα, όμως, χωρεί πέρα απ’ αυτό το περίγραμμα· η ψυχολογική φθορά ροκανίζει τα άτομα κάτω απ’ οσοδήποτε ανεκτές υλικές συνθήκες, λειτουργεί όχι ως ενσωματωμένο, ως δευτερογενές στοιχείο, αλλ’ ως αυτοδύναμο, ανεξάρτητο, πρωτογενές (στοιχείο) – κι αυτό προσδίδει μια επιπρόσθετη αξία στην μαρτυρία.

Το ψυχολογικό πρόβλημα συνίσταται κυρίως στην αδυναμία ψυχολογικού εγκλιματισμού. Η «δύναμη» που τροφοδοτεί αυτή την αδυναμία, είναι οι εδραιωμένες εξαρτήσεις, που έχουν την καταγωγή τους σε μιαν άλλη ζωή. Περ’ απ’ το φυσικό κλίμα και την άγνωστη γλώσσα, η φυσιογνωμία της ξένης ζωής, το βαθύτερο ήθος της, παρουσιάζονται σε τέτοιο βαθμό διαφορετικά, που να μη μπορεί ο ξερριζωμένος να χωνευτεί μέσα τους· έπειτα η ασίγαστη νοσταλγία για πρόσωπα και πράγματα, οι μνήμες που κάθε μια τους είναι κι ένα ανελέητο νήμα, υποδαυλίζουν θετικά τις φυγόκεντρες ψυχικές τάσιες – και προ παντός συντηρούν μιαν αίσθηση προσωρινότητας και αναμονής, που εμποδίζει όχι απλώς το ρίζωμα, αλλά και οποιαδήποτε ουσιαστική εξοικείωση. Η φθορά, έρποντας μέσα απ’ αυτές τις καταστάσεις, ανεβαίνει σ’ ένα δεύτερο βαθμό· εδώ πλέον υπάρχει η βασανιστική πίεση από μια κατακρατημένη ψυχική ενέργεια, που δεν βρίσκει οικείο κλίμα για να πραγματοποιηθεί σε αντικειμενικές αποκρυσταλλώσεις· υπάρχει ο ειδοποιός συναισθηματικός πλούτος, που μένοντας αμετάβατος, αυτοαναλώνεται, αδρανεί, φθίνει – τμήματα ζωής που διαρρέουν αδικαίωτα, παρένθετα, διπλά αλλοτριωμένα».

Τελειώνει στο σημείο αυτό το πρώτο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – αύριο πάλι στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» θα καταχωρήσω το δεύτερο μέρος.

Κώστας Π. Παντελόγλου

Αφήστε μια απάντηση