Αναφορά σε ορισμένα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη στην Εφημ. «Πρωΐα» τον πρώτο καιρό της Γερμανικής Κατοχής (Σάλπισε την πνευματική αντίσταση και προσδιόρισε το περιεχόμενό της) .1

Στο γραφτό «Ο Κώστας Βάρναλης ως δημοσιογράφος στον Προοδευτικό Φιλελεύθερο (1950-1953)«, που είδε το φως της δημοσιότητας εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», σε τρεις συνέχειες, υποσχέθηκα ότι θα αναφερθώ στον Βάρναλη όπως του πρέπει, και για τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αλλά και για όλα τα χρόνια της μακράς ιστορικής του διαδρομής, πάντοτε βέβαια εδώ, «στον Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας».

Έτσι λοιπόν σήμερα δίνω μια συνέχεια με το θέμα του τίτλου, αντλώντας από δημοσίευμα του εκλεκτού Κ. Πορφύρη στην «Επιθεώρηση Τέχνης», και καταχωρώντας τα αντληθέντα αμέσως παρακάτω:

«Στις 26 κιόλας του Απρίλη (1941), κι ενώ είχε πια υπογραφεί η συνθηκολόγηση, ο Βάρναλης, από τις στήλες της «Πρωΐας», όπου έγραφε, μιλώντας για την άμυνα των Θερμοπυλών, θύμιζε την συμβολική σημασία της θυσίας του Λεωνίδα και την προδοσία του Εφιάλτη: «Οι Θερμοπύλες», έγραφε, «είναι από τα ιερώτερα όχι μονάχα εθνικά παρά πανανθρώπινα σύμβολα. Είναι, με την στενή του έννοια, το σύμβολο της πιο υψηλής πατριωτικής ανδρείας και με την πλατύτερή του έννοια, κάθε μεγάλης αρετής, που έχει για προϋπόθεσή της την έσχατη θυσία (…) Εκεί λοιπόν γράφτηκε μια από τις λαμπρότερες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Εκεί εδόθηκε το μάθημα σ’ όλον τον Κόσμο, πως δεν υπάρχει τίποτα ιερώτερο στην ζωή από την ελευθερία. Και με το πέρασμα των καιρών οι Θερμοπύλες γίνανε σύμβολο πέρα από τα όρια των καιρών και των τόπων…». Και τελείωνε το χρονογράφημα, με το γνωστό ποίημα του Καβάφη:

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωήν των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες. (…)
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε.

Στις 29 του Απριλιού, την δεύτερη δηλαδή μέρα της Γερμανικής Κατοχής, ο Βάρναλης τέλειωνε το χρονογράφημά του στην «Πρωΐα» για τον Κρυστάλλη, με στίχους από τον «Σταυραετό», που ήταν ένας καθαρός υπαινιγμός για το πέσιμο της πατρίδας και μια κραυγή λαχτάρας για το ξανανέβασμα:

Και τυραννιέμαι και πονώ και σβιέμαι νύχτα μέρα
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο
Και δόσμου τις φτερούγες σου και πάρε με μαζί σου
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος.

Και την Πρωτομαγιά ο Βάρναλης τέλειωνε το χρονογράφημά του, που είχε τον τίτλο «Το αηδόνι», με τους δικούς του στίχους:

Α, δεν θαμπώνει την λαλιά μου
θανάτου φοβέρα…

μια έμμεση απάντηση του Πνεύματος στις ανακοινώσεις των Καταχτητών που είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται με χτυπητά πλαίσια στις εφημερίδες και που απειλούσαν με θάνατο τους υπόδουλους για διάφορες παραβάσεις.

Μα και τα τρία αυτά χρονογραφήματα του Βάρναλη ήταν απλοί υπαινιγμοί και έμμεσες απαντήσεις στα γιομάτα αγωνία ερωτηματικά που πλημμύριζαν εκείνη την στιγμή τις ψυχές. …

.  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .

… το ρεαλιστικό συμπλήρωμα στο περιεχόμενο της Πνευματικής Αντίστασης το προσδιόρισε ο Κώστας Βάρναλης με σειρά χρονογραφημάτων του στην «Πρωΐα». Στο πρώτο απ’ αυτά με τίτλο «Το αγεφύρωτο χάσμα», αφού έκρινε αυστηρά την ως τώρα στάση των λογοτεχνών, διακήρυχνε πως έχουν χρέος να πλησιάσουν τον λαό:

«Ανάμεσα στο μεγάλο, ανώνυμο και ανεύθυνο πλήθος και στα λιγοστά και μεγαλώνυμα κι υπεύθυνα άτομα των διανοουμένων της Ελλάδας υπάρχει ένα «αγεφύρωτο χάσμα» ένα αμοιβαίο ινκόγνιτο (…) Κι αποδίδουμε την ευθύνη αυτής της «κεντρόφυγης σχέσεως» μεταξύ κοινού και πνεύματος, στους ανθρώπους του πνεύματος. Αυτοί οι «ήρωες» του πνεύματος δεν λογαριάσανε ποτέ τους για «συνεργάτη» τον λαό, όπως τον λογαριάσανε όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί (…) αλλ’ ούτε και ως απλόν ακροατή τους δεν τον καταδεχτήκανε (…) Εννοούμε την υποχρέωση που έχει ο συγγραφέας να βάζει την καρδιά του απάνω στην καρδιά του λαού για να χτυπάει ομόρρυθμα μ’ εκείνην κι έτσι ο εκλεκτός της Μοίρας «προφήτης» του Έθνους του να μπορεί να εκφράζει και να μορφοποιεί έγκυρα την λαχτάρα και την αγωνία εκείνων που ζούνε στο σκοτάδι και διψάνε φως. Ο πνευματικός και ο ψυχικός οδηγός έχει την υποχρέωση αφ’ ενός μεν να στερεώσει περισσότερο τις ζωντανές και γόνιμες δυνάμεις του Έθνους και αφ’ ετέρου να του ξερριζώσει όσες στείρες πλάνες έχει. Αυτός θα του ανοίξει τον δρόμο προς τα μελλούμενα, χωρίς μ’ αυτό να του κόβει την συνέχειά του με τα περασμένα …».

Τελειώνει στο σημείο αυτό το πρώτο μέρος του γραφτού με το θέμα του τίτλου – αύριο και πάλι εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», θα καταχωρήσω το δεύτερο μέρος του.

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση