Οι Έλληνες και ο σύγχρονος κόσμος (ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος γράφει για το βιβλίο του Oliver Taplin «Greek Fire», London 1989, σελ. 276)

Όσα ακολουθούν δημοσιεύθηκαν σε πρωινή εφημερίδα των Αθηνών μια μέρα σημαντική για τον Ελληνισμό, ήταν 25 Μαρτίου μιας χρονιάς εδώ και αρκετά χρόνια – όμως δεν έχουν χάσει θαρρώ καθόλου από την αξία τους, αυτός είναι ο λόγος που τα δημοσιοποιώ εκ νέου από τον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» αμέσως παρακάτω. Ας διαβαστούν με προσοχή:

andronikos

«Είναι γνωστή, υποθέτω, η λαμπρή παράδοση της Οξφόρδης στην κλασική παιδεία.

Την καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό την προσφέρει το νέο βιβλίο του Oliver Taplin, ενός από τους πιο στοχαστικούς και πιο ανανεωτικούς φιλολόγους της Οξφόρδης. Εταίρος ενός από τα πιο παλιά και φημισμένα κολλέγια της Οξφόρδης, του Magdalen, ξαναβλέπει τον αρχαίο ελληνικό κόσμο με το μάτι του ανθρώπου των τελευταίων χρόνων του 20ου αιώνα, ένα μάτι ασκημένο με την σύγχρονη τεχνολογία, και ξαναθέτει το παλαιό, αλλά πάντα επίκαιρο και κρίσιμο ερώτημα: Τι σημαίνει για μας ο πολιτισμός της Αρχαίας Ελλάδας; Αλλά το θέτει με εντελώς σύγχρονο πνεύμα· «όχι πίσω στους Έλληνες, αλλά μπροστά με τους Έλληνες», όπως το συνοψίζει επιγραμματικά στο motto του βιβλίου του.

Είναι αδύνατον να συνοψίσουμε το περιεχόμενο του βιβλίου, που χωρίζεται σε δέκα κεφάλαια: Γνώθι σαυτόν, Τραγωδία, Αισθητική, Μύθος, Αφροδίτη, Φυσική, Ιδέες, Πολιτική, Αρχιτεκτονική, Πόλεμος. Ρίχνοντας τον προβολέα σε χαρακτηριστικά σημεία όλων αυτών των τομέων του ελληνικού πολιτισμού ο συγγραφέας κατορθώνει να τα φωτίσει με τέτοιον τρόπο ώστε να προβάλουν ανάγλυφα οι καίριες όψεις τους, αλλοιώς θα έλεγα πως σου δείχνει και την φωτεινή τους και την σκοτεινή πλευρά, με μια πρόδηλη τάση να τονίσει την πρώτη.

Ο Taplin γνωρίζει πως δεν έχει πια νόημα να αναζητούμε στον ελληνικό κόσμο «την ευγενική απλότητα και το ήρεμο μεγαλείο» που θαύμαζε ο Winckelmann. Τώρα πια γνωρίζουμε πως οι Έλληνες είχαν καταλάβει και τον παραλογισμό του Κόσμου που αντιμάχεται την ανθρώπινη λογική. Ο συγγραφέας τονίζει μιαν άλλη καίρια αρετή των Ελλήνων: την αδιάκοπη αναζήτηση· και ένα άλλο χαρακτηριστικό – όχι πάντα αρετή – Αρχαίων και Νέων Ελλήνων: την συζήτηση. Τέλος, το ανταγωνιστικό τους πνεύμα που τους επιτρέπει να δουν πως οι «δισσοί λόγοι» δεν είναι μονάχα μια σοφιστική τεχνική, αλλά μια έκφραση της πολλαπλότητας του Κόσμου και της κοινωνίας. Οι Σοφιστές και ο Σωκράτης-Πλάτων, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, οι Στωϊκοί και οι Επικούρειοι «διαφερόμενοι συμφέρονται» στον ίδιο στόχο.

Αλλά το βιβλίο δεν στέκεται τόσο σε μιαν ακόμη ανάλυση και προσέγγιση του αρχαίου κόσμου, όσο προσπαθεί να δει την επίδραση αυτού του κόσμου στην σύγχρονη πνευματική, καλλιτεχνική και επιστημονική δημιουργία, μάλιστα σε δημιουργούς που θα νόμιζες πως έχουν αρνηθεί ολότελα τον κλασικό κόσμο, όχι μονάχα στις εξωτερικές του εκφάνσεις, αλλά προπάντων στην ουσία του. Ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά το σύγχρονο θέατρο, όσο και το αρχαίο, για το οποίο έχει γράψει ως τώρα δύο πολύ ζωντανά βιβλία· έτσι μπορεί να πληροφορήσει έγκυρα για την αναγέννηση της ελληνικής τραγωδίας – και κωμωδίας – στις ημέρες μας, όταν όχι μόνον εμπνευσμένες παραστάσεις από τους πιο γνωστούς και ρηξικέλευθους σκηνοθέτες την ξαναφέρνουν μπροστά στα μάτια χιλιάδων θεατών από την Ισλανδία ως την Ιαπωνία, αλλά και οι πιο πρωτοποριακοί συγγραφείς ξαναγράφουν τους αρχαίους μύθους για να εκφράσουν τα σημερινά τραγικά ερωτήματα.

Εκείνο που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου είναι πως ο αρχαίος ελληνικός κόσμος κατορθώνει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια να προκαλεί και να θέτει ερωτήματα όχι μονάχα στους ερευνητές που τον μελετούν, αλλά σε όλους τους στοχαζόμενους ανθρώπους, με αποτέλεσμα να μας υποχρεώνει όλους να δώσουμε την απάντηση στα κρίσιμα ερωτήματα που έθεσαν οι Αρχαίοι Έλληνες. Οι απαντήσεις που εκείνοι έδωσαν δεν είναι ποτέ σχεδόν μονοσήμαντες· αυτή ακριβώς η αμφισημία είναι μια δεύτερη γόνιμη πηγή στοχασμού για μας. Αν σταθούμε σε ένα μόνο παράδειγμα, με το οποίο κλείνει το βιβλίο του ο Taplin, στον Όμηρο, θα είχαμε πολλά να σκεφθούμε. Ο γνωστός ιστορικός του Cambridge Moses Finley θεωρούσε τον Όμηρο απάνθρωπο και προ-ηθικό ποιητή. Ένας άλλος μεγάλος ιστορικός, ο Arnaldo Momigliano κρίνει την Ιλιάδα ως το υπ’ αριθμόν ένα πιο επικίνδυνο βιβλίο του κόσμου (άλλωστε και ο Πλάτων συμφωνούσε μαζί του!). Απέναντι σ’ αυτές τις γνώμες ο συγγραφέας παραθέτει την άποψή της εξαίρετης εβραιογαλλίδας σοσιαλίστριας Σιμόν Βέιλ που πέθανε 34 χρονών το 1943 στην Αγγλία, για την οποία «Τίποτε από όσα δημιούργησαν οι λαοί της Ευρώπης δεν αξίζει όσο το πρώτο ποίημα που παρουσιάστηκε ανάμεσά τους» (δηλαδή η Ιλιάδα). Και, βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως η πιο ευγενική μορφή του ποιήματος είναι όχι ο Αχιλλέας ή ο Αγαμέμνων, αλλά ο Έκτωρ και ο Πρίαμος, δηλαδή οι αντίπαλοι των Ελλήνων. Είναι όσο ξέρω μοναδική περίπτωση επικού ποιήματος όπου ο αντίπαλος προβάλλει στο τέλος ως ο ηθικός νικητής.

Το βιβλίο τελειώνει με αναφορά στις Τρωάδες του Ευριπίδη, που στον αιώνα μας γνωρίζουν μιαν απροσδόκητη επικαιρότητα. Στα 1915, παίζονται στην Γερμανία, στην Αγγλία και στην Αμερική. Το 1964, η παραλλαγή του J.P. Sartre σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη κυριαρχεί στο Παρίσι, την εποχή που ο πόλεμος του Βιετνάμ ταράζει τις συνειδήσεις (ο Sartre, βέβαια, είχε στον νου του έναν άλλο πόλεμο: της Αλγερίας). Στα 1977 ο Ιάπων σκηνοθέτης Suzuki ανεβάζει μια συγκλονιστική παράσταση των Τρωάδων, όπου βέβαια η Τροία είναι το σύμβολο της Χιροσίμα. Την παράσταση αυτή την παρουσίασε το 1985 στους Δελφούς· τον ίδιο χρόνο είχαμε την ελληνική παράσταση του Γιάννη Τσαρούχη και μια Ανατολικογερμανική από το Κρατικό Θέατρο του Schweris, όπου οι Τρώισσες παρουσιάζονται κλεισμένες μέσα σ’ ένα τεράστιο συρμάτινο κλουβί και οι Έλληνες έρχονται με τα κλειδιά να τις πάρουν.

Ένα βιβλίο προκλητικό στην σκέψη, ζωντανό στον ρυθμό του, με πλούσια εικονογράφηση που συμπληρώνει και δεν διακοσμεί απλά το κείμενο, για το οποίο εμείς ιδιαίτερα οι Έλληνες χρωστούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον συγγραφέα του».

Οφείλω τώρα να σημειώσω πως όσα παραπάνω καταχώρησα έχουν δημοσιευθεί στις 25 Μαρτίου 1990 στην εφημερίδα «Το Βήμα» και φέρουν την υπογραφή του αρχαιολόγου Μανόλη Ανδρόνικου.

Κώστας Π. Παντελόγλου

1 Comment

Αφήστε μια απάντηση