Ορισμένα για τα συγγράμματα του Καθηγητή του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Παναγιώτη Μιχελή (Αναφορές σε ένα κείμενο του Διονύση Ζήβα και σε μια διάλεξη του Παύλου Μυλωνά) .1

Ο Καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Παναγιώτης Μιχελής με το έργο του θαρρώ σημάδεψε μια εποχή και επηρέασε έναν ολόκληρο κόσμο, όχι μόνον εκείνον του Ε.Μ. Πολυτεχνείου αλλά και ευρύτερα.

Είναι νομίζω χρήσιμο, όχι μόνο για την γνώση της ιστορίας, να αναφερθώ στον Καθηγητή Παναγιώτη Μιχελή και στο έργο του και εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», αρχίζοντας με μια πρώτη προσέγγιση στα συγγράμματά του.

michelis

Ο Καθηγητής Παναγιώτης Μιχελής έχει συγγράψει τα συγγράμματα: 1. Αισθητική Τριλογία, 1937 – 2. Η Αρχιτεκτονική ως Τέχνη, 1940 – 3. Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης, 1946 – 4. Η Αισθητική της Αρχιτεκτονικής του Μπετόν-Αρμέ, 1955 – αλλά και πλήθος μικρότερες μελέτες και άρθρα του, συγκεντρωμένα όλα αυτά σε ογκώδεις τόμους με τον τίτλο «Αισθητικά Θεωρήματα».

Την πρώτη αυτή προσέγγιση στο συγγραφικό έργο του Καθηγητή Παναγιώτη Μιχελή θα την επιχειρήσω με κάποιες αναφορές σε ένα κείμενο του Διονύση Ζήβα (που έχει δημοσιευθεί στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» του Ορέστη Δουμάνη το 1970) και σε μια διάλεξη του Παύλου Μυλωνά (που δόθηκε στις 6 Μαρτίου 1973 σε εκδήλωση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών και δημοσιεύτηκε στην «Νέα Εστία» το 1974).

Ξεκινώ λοιπόν.

Από το κείμενο της διάλεξης του Παύλου Μυλωνά αποσπώ τα ακόλουθα, εξ όσων αναφέρονται στo σύγγραμμα του Π.Α. Μιχελή με τίτλο «Η Αρχιτεκτονική ως Τέχνη»:

«Η απήχηση του βιβλίου ήταν σημαντική. Ο δάσκαλος όλων μας Αναστάσιος Ορλάνδος έκαμε ειδική ανακοίνωση για το βιβλίο στην Ακαδημία, γράφτηκαν κριτικές επαινετικές εξ ων μια πολύ αναλυτική του (Ευάγγελου) Παπανούτσου στην «Νέα Εστία», ενώ το Πολυτεχνείο με επί κεφαλής τον πολύ φωτισμένο και δημιουργικό Νικόλαο Κιτσίκη έβλεπε μπροστά του έναν μέλλοντα Καθηγητή. Ο (Ευάγγελος) Παπανούτσος, πολύ σωστά, εξαίρει και την λογοτεχνική αξία του βιβλίου: «… η μελέτη του κ. Μιχελή είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό και ζωντανό βιβλίο, γραμμένο από άνθρωπο με αίσθημα καλλιτεχνικό, που στοχάζεται και που ξέρει να διατυπώνη τα διανοήματά του με εμμορφιά και ακρίβεια. Γιατί και τούτο πρέπει να σημειωθή ότι το βιβλίο του κ. Μιχελή έχει και λογοτεχνική πνοή. Ο ίδιος χειρίζεται την γλώσσα με τέχνη και έχει ένα δικό του ύφος» … Θα ήθελα και εγώ να υπογραμμίσω το λογοτεχνικό αυτό στοιχείο, χωρίς το οποίο το βάρος των φιλοσοφικών εννοιών θα ήταν αβάσταχτο, τουλάχιστον για ανθρώπους σαν τους νέους της εποχής εκείνης, που δεν ήσαν όλοι μύσται σε φιλοσοφικά κείμενα. Και η λογοτεχνική αξία του βιβλίου θα ήταν ακόμη πιο γνήσια αν το βιβλίο είχε δημοσιευθή στην καθαρή δημοτική, όπως το είχε πρωτογράψει ο Μιχελής. Διότι και τούτο συνέβη! Για να γίνη αποδεκτό το βιβλίο για έκδοση από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, χρειάστηκε ο Μιχελής να το «διορθώση»!!! … Ίσως να ενδιαφέρη το σημερινό ακροατήριο άλλη μια πληροφορία: Ότι εντεταλμένος από το (Τεχνικό) Επιμελητήριο, για τον έλεγχο της γλώσσας, ήταν ένας άλλος φωτεινός νέος της εποχής εκείνης, που μας λείπει δυστυχώς σήμερα: ο αείμνηστος φίλος Άγγελος Καλογεράς, βαθειά μορφωμένος άνθρωπος και λάτρης της δημοτικής, που κατάφερε να εγκριθή το κείμενο του Μιχελή με ολίγες μόνο μοίρες απόκλιση προς την «καθομιλουμένη», χωρίς να χάση την βασική του γλωσσική δομή. Πρέπει ακόμη να τονισθή και τούτο: Δεν ήταν βέβαια το πρώτο βιβλίο με φιλοσοφικό περιεχόμενο, αλλά ήταν ασφαλώς το πρώτο, μεγάλο εις όγκον και σπουδαιότητα, βιβλίο με βαρύ επιστημονικό τεχνικό περιεχόμενο, που γραφόταν σε μια εύληπτη δημοτική. Και τούτο, ενθυμούμαι, ότι έκανε μεγάλη και αγαθή εντύπωση και ότι θεωρήθηκε μια επιτυχής προβολή της ζωντανής γλώσσας. Έτσι εκείνη τη στιγμή, ο Μιχελής, εκτός από την ειδική επιστημονική του προσφορά, είχε δώσει ακόμη ένα δώρο στο Έθνος: μια πειστική και αβίαστη νίκη στο θέμα της γλώσσας».

Σημειώνω τώρα ότι ο Herbert Read, προλογίζοντας την αγγλική έκδοση του συγγράμματος του Π.Α. Μιχελή με τίτλο «Η Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης», έχει γράψει και τα παρακάτω (τα καταχωρώ εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», από το κείμενο του Διονύση Ζήβα στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα):

«… Ο Καθηγητής Μιχελής, ενώ αποδίδει τιμή στον μεγάλο πρωτοπόρο (τον Heinrich Wölfflin δηλαδή), δείχνει και τους περιορισμούς της ιστορικής του μεθόδου, η οποία αντιπαρήλθε τις ψυχολογικές λειτουργίες που εμπλέκονται στην σύλληψη και την παρουσίαση του ίδιου του έργου τέχνης. … Κατά την αντίληψη του Καθηγητού Μιχελή, πέρα από την μορφή οφείλουμε να προσέξουμε το αίσθημα που αυτή περικλείει, και το αίσθημα αυτό είναι ένα δυναμικό στοιχείο που πρέπει να διαπιστωθή και να συσχετισθή με τις βασικές αντιλήψεις της εποχής ή του πολιτισμού στον οποίο ανήκει. Ο Καθηγητής Μιχελής διαπιστώνει δύο τέτοιες βασικές έννοιες, των οποίων η εναλλαγή και η διαλεκτική ερωταπόκριση μπορούν να εξηγήσουν την ιστορία όλης της τέχνης. Αρχικά με κάποιαν έκπληξη, μετά με ανακούφιση, ανακαλύπτουμε ότι για να περιγραφούν δε χρειάζεται νέα φρασεολογία – χαρακτηρίζονται με τους κλασσικούς όρους «υψηλόν» και «ωραίον». … Ο Καθηγητής Μιχελής αποκαθιστά το «υψηλόν» στην θέση του ως αισθητική κατηγορία, λαμπρά και πειστικά, και υποβάλλει την γνώμη ότι δεν υπάρχει περίοδος και ύφος που δεν μπορεί να εξηγηθή, είτε ως θεώρηση του ωραίου, είτε ως εμπειρία του υψηλού … Μολονότι το βιβλίο αυτό παρέχει μια πολύ σαφή και πλήρη εποπτεία της σύγχρονης θέσεως της αισθητικής και της φιλοσοφίας της τέχνης, κύριος σκοπός του είναι να εφαρμόση τις αισθητικές κατηγορίες που έτσι καθώρισε, σε μια εκλεκτή περίοδο – σ’ αυτή του Βυζαντίου. Καμμιά άλλη περίοδος στην ιστορία της τέχνης δεν υποφέρει τόσο πολύ από άγνοια, σύγχιση και αντιλογία. Σημαίνει πολλά για το κύρος της αισθητικής θεωρήσεως της ιστορίας της τέχνης το ότι ο Καθηγητής Μιχελής τώρα, για πρώτη φορά, βάζει τάξη και σαφήνεια σ’ αυτό το χάος των γνώσεων· και δεν θα υπάρξη αναγνώστης που δεν θα βγη από το διάβασμα αυτού του βιβλίου, όχι μόνο με μια βαθύτερη κατανόηση της ιστορικής εξελίξεως και της θρησκευτικής σημασίας της Βυζαντινής τέχνης, αλλά και με την ίδια κατανόηση των περιόδων εκείνων και των πολιτισμών προς τους οποίους ο Βυζαντινός συνδέεται στενώτερα … Το Βυζάντιο υπήρξε το σημείο συναντήσεως Ανατολής και Δύσεως, το χωνευτήρι απ’ όπου έμελλε να αναβλύση όλη η σύγχρονη τέχνη. Η κατανόηση επομένως της εξαιρετικά σημαντικής αυτής περιόδου είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της ιστορίας της τέχνης γενικά, και εδώ για πρώτη φορά έχουμε ένα έργο που ενσωματώνει μια ακριβή γνώση των σχετικών γεγονότων και υψώνεται σε μια περιεκτική αξιολόγηση της σημασίας τους».

Σταματώ εδώ το πρώτο μέρος αυτού του γραφτού, σημειώνοντας πως το δεύτερο μέρος του που θα δώσω στην δημοσιότητα αύριο, και πάλι από τον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», το ξεκινώ με λίγα λόγια για τον Herbert Read – θα εκτιμηθούν έτσι θαρρώ καλύτερα τα όσα έγραψε, και καταχώρησα παραπάνω, για τον Καθηγητή Παναγιώτη Μιχελή και το σύγγραμμά του «Αισθητική Θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης».

Κώστας Π. Παντελόγλου