Μερικά για την Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, την ακάματη και άδουσα ψυχή της Αθηναϊκής Αντίστασης (*)

«Όλοι οι καλλιτέχνες και οι ποιητές που έζησαν από κοντά το καθημερινό μεγαλείο της Λαϊκής Αντίστασης, και την θαύμασαν κι’ ένοιωσαν ταπεινοσύνη μπροστά της, έταξαν στον εαυτό τους κοινό καθήκον να την εικονογραφήσουν και να την τραγουδήσουν. …

Το ίδιο ισχύει και για την ποιήτρια Σοφία (Μαυροειδή)-Παπαδάκη που στάθηκε η ακάματη και άδουσα ψυχή της Αθηναϊκής Αντίστασης.

Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ. Από αριστερά: Γιάννης Χατζίνης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Σωτήρης Σκίπης, Έλλη Αλεξίου, Γιώργος Βαλέτας.  Λαμπρινός, Σεπτέμβριος 1941.
Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ. Από αριστερά: Γιάννης Χατζίνης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Σωτήρης Σκίπης, Έλλη Αλεξίου, Γιώργος Βαλέτας. Λαμπρινός, Σεπτέμβριος 1941.

«Η πρώτη μου αντίδραση», γράφει, «στην αρχή της Κατοχής, τότε που τίποτα δεν ήταν ακόμα οργανωμένο, στάθηκε το τραγούδι. Έγραφα ποιήματα για την σκλαβιά και για την πείνα. Δημοσιεύτηκαν αργότερα στον παράνομο τύπο».

Χωρίς διόλου να παραμελήσει την πελώρια αντιστασιακή δραστηριότητα που ανάπτυξε στον πολιτιστικό και παιδαγωγικό τομέα, κοντά στις νεολαιίστικες οργανώσεις, καθώς και στις πολιτιστικές λέσχες που ιδρύθηκαν σχεδόν παντού στις απελευθερωμένες Συνοικίες το 1944 (δραστηριότητα που παρουσιάζεται σαν ένα επιβλητικό σύνολο από διαλέξεις, μαθήματα, σκετς, προκηρύξεις, κλπ.), η Σοφία (Μαυροειδή)-Παπαδάκ διερμήνεψε σε σαράντα περίπου ποιήματα τις χαρές και τις θλίψεις του αγώνα.

Εκείνη σύνθεσε τον ύμνο των 200 εκτελεσμένων που θυσιάστηκαν την Πρωτομαγιά στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στον «Βωμό της Λευτεριάς» όπως επωνομάστηκε το (πεδίο) βολής με τα κυπαρίσσια όπου έδωσαν την ζωή τους 600 από τους 11.600 Αθηναίους που σκότωσαν οι καταχτητές.

Εκείνη τραγούδησε και τα τρία παλληκάρια του Υμηττού, που οχυρωμένα σ’ ένα σπίτι κράτησαν απ’ το πρωί ως το βράδυ μια εκατοντάδα επιτιθέμενους.

Εκείνη, ακόμα, εξύμνησε τους δέκα πολιορκημένους ήρωες της Καλλιθέας, που ύστερα από πολύωρη κι’ άγρια αντίσταση σε καμμιά εκατοστή Γερμανούς και ταγματασφαλήτες, προτίμησαν, όταν εξάντλησαν πια τα πυρομαχικά τους, να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν. Τα μέλη της Αντίστασης, απ’ όλες τις Συνοικίες της Αθήνας, πήγαιναν αργότερα με τις δάφνες και τις σημαίες τους και τις επιγραφές τους να προσκυνήσουν εκείνο το σπιτάκι που οι δέκα ήρωες το είχαν κάνει κάστρο και που αμέσως μετά το λαϊκό αίσθημα το μετέβαλε σε τόπο λατρείας. Εκεί τα μέλη της Αντίστασης διάβαζαν κι’ αποστήθιζαν επί τόπου το ποίημα της Σοφίας (Μαυροειδή)-Παπαδάκη που ήταν χαραγμένο σε μαρμάρινη πλάκα, τοποθετημένη από τους νέους της Αντίστασης στον τόπο της δεκαπλής θυσίας.

Βέβαια, δεν είναι σίγουρο ότι το ποίημα τούτο που φλέγεται από άμεση συγκρίνηση – καθώς και άλλα ποιήματα παρόμοιας πρόθεσης – θα διασωθή στις μελλοντικές ανθολογίες της Νεοελληνικής ποίησης. Άλλωστε η αισθητική αξιολόγηση όλης αυτής της αγωνιστικής τέχνης ξεφεύγει από τα πλαίσια της αποψινής βραδυάς. Αναφέροντας αυτό το ιδιαίτερα συμβολικό τελευταίο παράδειγμα, θέλησα απλώς να θυμίσω τι θαυμάσιο όργανο ανθρώπινης επικοινωνίας μπορεί να ξαναγίνει η τέχνη, όταν δεν είναι αποσπασμένη από την ζωή και την δράση, όταν η ποίηση, όπως τόλεγε πριν λίγο καιρό η Έλσα Τριολέ για τον Μαγιακόφσκυ, συνεισφέρει την δική της λύση στο κοινό πρόβλημα. Κι’ ακόμα, θέλησα να θυμίσω άλλη μια φορά το πόσο η Ελληνική διανόηση στάθηκε, κατά τα ηρωικά εκείνα χρόνια, πιστή στις μάζες που αγωνίζονταν κι’ έδιναν την ζωή τους για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του ανθρώπου …

Στην Ελλάδα, από την πρώτη κιόλας στιγμή της σκλαβιάς, ήταν φανερό το χρέος τόσο για τον διανοούμενο όσο και για τον άνθρωπο του λαού. Γιατί απ’ αυτή την πρώτη στιγμή, τόσο ο ένας όσο κι’ ο άλλος θεώρησαν τον θρίαμβο του φασισμού σαν κάτι ιστορικά προσωρινό και πρόσκαιρο. Ένας τέτοιος κοινωνικός συγχρονισμός αποτελεί ευτυχία για ένα Έθνος. Επιτρέπει να προεξοφλήσουμε πως αργά ή γρήγορα θα έχει πολύ γόνιμα αποτελέσματα για το πνευματικό μέλλον αυτού του Έθνους.

Ιδού ο κριτικός (της λογοτεχνίας και της τέχνης Μάρκος) Αυγέρης που αναγγέλλει κιόλας αυτή την υπόσχεση. Σε μια συνέντευξή του δηλώνει: «Η τραγωδία που ζήσαμε, η ηθική μέθη την ώρα της μάχης, η στάση που αποχτήσαμε για τις ασύγκριτες αρετές του λαού μας, δεν μπορούν παρά να τονώσουν και να πλουτίσουν την πνευματική μας ζωή και την τέχνη μας στο μέλλον … Ο λαός μας έδωσε καινούργιο περιεχόμενο και κανούργια ορμή στην ζωή μας. …»

__________

(*) Όσα παραπάνω καταχώρησα τα άντλησα από κείμενο-μαρτυρία του Roger Milliex, σχετικά με το πώς οι διανοούμενοι της Ελλάδας υπηρέτησαν την Αντίσταση τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής – το κείμενο αυτό, μεταφρασμένο από τον Κώστα Κουλουφάκο, είχε δημοσιευθεί στο καλό περιοδικό γραμμάτων και τεχνών «Επιθεώρηση Τέχνης» (Τεύχος 87-88, Μάρτιος Απρίλιος 1962).

Στην Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, εδώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», θα επανέλθω φυσικά· πρέπει κι άλλα να σημειώσω σχετικά – επί του παρόντος σημειώνω πως είναι η δημιουργός του «Ύμνου του ΕΛΑΣ», της ένοπλης δηλαδή Εθνικής μας Αντίστασης τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής, αλλά και του «Ύμνου της ΕΠΟΝ», της νεολαιίστικης οργάνωσης του Αγώνα η οποία δημιουργήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943 με την συγχώνευση σειράς όλης οργανώσεων νεολαίας των Κατοχικών, και όχι μόνο, χρόνων.