Αναφορές θετικής αποτίμησης της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη το πρώτο μισό του 20ου αιώνα

Όσα καταχωρώ σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» έχω αντλήσει από ένα χρονικό της αντικαβαφικής κριτικής – και τούτο διότι ο συγγραφέας του χρονικού αυτού άνοιξε μια μικρή παρένθεση, εκείνη της θετικής αποτίμησης της ποίησης του Κωνσταντίνου Καβάφη το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, πριν καταπιαστεί με το κυρίως θέμα του.

Ας δούμε λοιπόν τι γράφει για την θετική αποτίμηση του καβαφικού έργου το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, φθίνοντος του έτους 1963, πριν 50 χρόνια δηλαδή:

epitheorisitexnis108

«Μαζί με τα εκατόχρονα από την γέννηση του ποιητή και τα τριαντάχρονα απ’ τον θάνατό του, γιορτάζουμε φέτος και μια τρίτη επέτειο: τα εξηντάχρονα της καβαφικής κριτικής.

Το άρθρο του Ξενόπουλου στα «Παναθήναια» του 1903 είναι τόσο γνωστό που να μην χρειάζεται να τονιστεί εδώ, άλλη μια φορά, η τεράστια σημασία του.

Θα μνημονεύσουμε μόνο μερικούς σταθμούς που προσγράφονται στο ενεργητικό της κριτικής μας, συνεχίζοντας την θετική γραμμή του Ξενόπουλου.

Στα 1909 μια ομιλία του Παύλου Α. Πετρίδη, υπαγορευμένη πιθανότατα από τον ποιητή, προσπάθησε να τονίσει την αξία του καβαφικού έργου. Ένα χρόνο αργότερα ο «Νουμάς» φιλοξενούσε το λυρικό κείμενο της Πετρούλας Ψηλορείτη (Γαλάτειας Καζαντζάκη), γεμάτο έξαρση και κατάφαση.

Στο διάστημα της δεκαετίας 1910-1920 οι φωνές του θαυμασμού περισσεύουν: αναφέρω ενδεικτικά τους Απουάνους της Αλεξάνδρειας που αγωνίζονται ν’ αντιτάξουν το έργο του Καβάφη στην τέχνη της ρουτίνας, τις μελέτες του Γ. Βρισιμιτζάκη, του Αλέκου Σεγκόπουλου και του E.M. Forster. Ως τα 1920 είχαν εκδηλώσει τον θαυμασμό τους για τον ποιητή και οι Περικλής Γιαννόπουλος (1909), Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1911), Άγγελος Σικελιανός (1912), Γ. Χαριτάκης (1914), καθώς και οι νέοι της Αλεξάνδρειας Πόλυς Μοδινός, Βασίλης Αθανασόπουλος, Α. Κατράρα κά.

Λίγο αργότερα η αθηναϊκή γενιά του 1920 έμελλε να τοποθετήσει τον καβαφικό θαυμασμό σε συγκεκριμένες και σταθερές βάσεις. Στις 30 Μαρτίου 1921, μια διάλεξη του Τέλλου Άγρα στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου εγκαινιάζει την νέα εποχή. Αν είναι υπερβολή να πιστεύουμε σήμερα για την εργασία αυτή πως «η θέση της είναι πλάι στα Προλεγόμενα του Πολυλά», δεν μπορούμε πάντως ν’ αμφισβητήσουμε την πρωτοποριακή της σημασία. Τρία χρόνια αργότερα, στις 16 Απριλίου 1924, μια άλλη διάλεξη του Άλκη Θρύλου στην ίδια αίθουσα συνεχίζει και ολοκληρώνει την γραμμή του Άγρα. Ακολουθεί το αφιέρωμα της «Νέας Τέχνης» του Μάριου Βαϊάνου, κι’ ο κύκλος των θαυμαστών ολοένα μεγαλώνει με νέες προσχωρήσεις: Καζαντζάκης, Γρυπάρης, Μαλακάσης, Πορφύρας, Νιρβάνας, Παράσχος, Λαπαθιώτης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Παπατσώνης, κά.

Ως τα 1930 περίπου η ελληνική κριτική φαίνεται σαν ν’ απαντάει σ’ ένα δημοψήφισμα: είναι ή δεν είναι ποιητής ο Καβάφης; Όταν το δημοψήφισμα ευνόησε τους θαυμαστές του Καβάφη, η κριτική προχώρησε σ’ ένα σοβαρώτερο στάδιο ερμηνείας. Στην γενιά του ’30 έλαχε ο κλήρος να παραλάβει έναν ποιητή αναγνωρισμένης ιδιότητας και να προωθήσει την μελέτη του σύμφωνα με την μέθοδο της εποχής· εννοώ την ψυχανάλυση. … Όπου, έξεφνα, ύστερα από χρόνια, ένας άλλος μεγάλος ποιητής μας υποψιάστηκε με το άσφαλτο ένστικτό του μερικές αλήθειες που η έρευνα έρχεται σήμερα πανηγυρικά να επικυρώσει. Για άλλη μια φορά οι καβαφικές σπουδές προωθήθηκαν με μια διάλεξη: στις 17 Δεκεμβρίου 1946 ο Γιώργος Σεφέρης έδειχνε στους ακροατές του, μέσα στην αίθουσα του Βρεταννικού Ινστιτούτου, πως το γνωστό επίγραμμα «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες» μπορούσε να μην είναι άσχετο με την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο δρόμος είχε κιόλας ανοιχτεί. Δώδεκα χρόνια αργότερα οι έρευνες του Στρατή Τσίρκα κατέληξαν σε σίγουρο αποτέλεσμα: ένας καινούργιος Καβάφης, … φανερώνεται κιόλας στις αληθινές του διαστάσεις.

Σήμερα η καβαφική βιβλιογραφία αριθμεί πολλές χιλιάδες σελίδων. Το έργο του ποιητή ταξιδεύει στον Κόσμο με σιγουριά. Οι φωνές των αρνητών έχουν σωπάσει· όταν, κάποτε, ακούγονται, σποραδικά, δεν έχουν για στόχο την ποιητική πολιτογράφηση του Καβάφη. Σήμερα διανύουμε ελεύθερα το στάδιο της ερμηνευτικής, συζητάμε αν ο Καβάφης είναι λυρικός ή διδακτικός, αν ξεκίνησε από τον Browning ή από τον Καλλίμαχο, αν είναι μαθητής της Στοάς, του Επίκουρου ή του Επικτήτου. Μας φαίνεται κιόλας πολύ μακρυνή η δεκαετία 1920-1930 που είχε επωμιστεί το μεγαλύτερο μέρος του καβαφικού δημοψηφίσματος. Δεν είναι μακρυνή. Τα χρόνια που πέρασαν στο μεταξύ έκλεισαν πολλές πληγές, ο Καβάφης πέθανε, οι αρνητές έσβησαν, σώπασαν ή αναπροσάρμοσαν το λεξιλόγιό τους και μόνο η ιστορία είναι γεμάτη μνήμη, όπως και η καβαφική ποίηση, που ανακαλεί επίμονα την μνήμη και την ιστορία».

Οφείλω τώρα να σημειώσω ότι το χρονικό το οποίο στην αρχή επικαλέστηκα και από το οποίο άντλησα όσα σήμερα κατεχώρησα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» φέρει την υπογραφή του Μ.Χ. Γεωργίου και έχει δημοσιευθεί στο τεύχος Αφιέρωμα στον Καβάφη του καλού περιοδικού γραμμάτων και τεχνών «Επιθεώρηση Τέχνης» (Αριθμός Τεύχους 108, Δεκέμβριος 1963).

Κώστας Π. Παντελόγλου