Κώστας Βάρναλης, «Ο Γληνός Δάσκαλος» (Στην μνήμη του Δημήτρη Γληνού για τα 70 χρόνια από τον θάνατό του) .1

Στις 26 Δεκεμβρίου συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον θάνατο του εκ Σμύρνης Δάσκαλου του Γένους Δημήτρη Γληνού – τιμώντας την μνήμη του καταχωρώ εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», ένα γραφτό του μεγάλου μας Κώστα Βάρναλη με τον τίτλο «Ο Γληνός Δάσκαλος», σε δύο μέρη, σήμερα και αύριο.

Ας το διαβάσουμε με προσοχή:

glinos
Ο Δημήτρης Γληνός (κέντρο), μαζί με τον Αλέξανδρο Δελμούζο και τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη στα 1915 (φωτογραφία: αρχείο ΕΛΙΑ)

«Ο Γληνός, ο δάσκαλος όπως τόνε λέγανε στην εξορία και στις φυλακές οι αγωνιστές του λαού και σύντροφοι του φασιστικού διωγμού, ήταν και δάσκαλός μου. Εδώ και τριάντα χρόνια, στα 1915, στο διδασκαλείο της μέσης εκπαίδευσης πλατεία Κουμουντούρου. Ο Γληνός ήτανε τότε διευθυντής αυτού του διδασκαλείου με το προσηρτημένο σ’ αυτό πρότυπο γυμνάσιο. Διευθυντής από το 1912.

Νεότατον ακόμα, μόλις τριαντάρη, τον είχε διορίσει σ’ αυτήνε την πολύ σημαντική και υπεύθυνη θέση ο τότε υπουργός παιδείας Ι. Τσιριμώκος. Ήτανε η εποχή της αστικής ανόδου και φορέας αυτής της ανόδου το κόμμα των φιλελευθέρων, που ο Τσιριμώκος αποτελούσε ένα από τα γερότερά του στελέχη. Με την ομολογημένη του εξυπνάδα ο Τσιριμώκος είχε αντιληφτεί με τις πρώτες κουβέντες την σοβαρότητα της μόρφωσης, το προοδευτικό μυαλό, την διοικητική και οργανωτική ικανότητα του νεαρού παιδαγωγού, που μόλις είχε γυρίσει από την Γερμανία.

Και πρώτα του ανάθεσε να συντάξει τα περίφημα τότε «εκπαιδευτικά νομοσχέδια Τσιριμώκου», που σταθήκανε η βάση της μοναδικής ως τότε προοδευτικής πολιτικής στην παιδεία, που ονομάστηκε «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Ύστερα τον διόρισε διευθυντή του Αρσακείου και σε λίγο διευθυντή του διδασκαλείου της μέσης.

Απ’ όλα τούτα τα πόστα ο Γληνός μπορούσε να επιδράσει για την αναγέννηση της καθυστερημένης μας σχολαστικής παιδείας και για τον συγχρονισμό της κι’ από την άποψη της γλώσσας κι’ από την άποψη του σκοπού· να επιδράσει και στο μελλοντικό δασκάλικο προσωπικό της δημοτικής εκπαίδευσης (στο Αρσάκειο) και στους ήδη διορισμένους λειτουργούς της μέσης με την μετεκπαίδευσή τους στο διδασκαλείο. Αργότερα, στα 1924, συνέχισε την ίδια δουλειά στην παιδαγωγική ακαδημία.

Ο Γληνός στάθηκε ένας από τους ανώτερους αξιωματούχους της παιδείας. Αλλά δεν έπαιρνε θέσεις γραφείου, θέσεις διοικητικές παρά θέσεις δημιουργικές. Έμπαινε στην πρώτη γραμμή της μάχης· δεν έμενε πίσω με το επιτελείο. Και μονάχα έτσι μπόρεσε να φκιάσει ένα έργο, που δεν το πήρε ο άνεμος, και να σπείρει ιδέες που τις δικαιώνει σήμερα η εξέλιξη.

Στα 1915 ο Γληνός ήτανε πάνου κάτου τριαντατριώ χρονώ. Στην πλήρη του πνευματική ωριμότητα και στην πιο αποδοτική του δράση. Έλαμπε από νιάτα, υγεία, πεποίθηση και αισιοδοξία. Ωστόσο πάντα αυτοκυριαρχούμενος, ισόρροπος, μελετημένος, που τίποτα δεν μπορούσε να τον αιφνιδιάσει, γιατί όλη του την δουλειά την κατείχε και στις γενικές της γραμμές και στις λεπτομέρειες σαν ένας φωτισμένος αρχηγός, που τα ξαίρει όλα και τα προβλέπει όλα – και προ παντός που πιστεύει στο δίκιο της αποστολής του. Από τότες, χωρίς να το μαντεύει ακόμα, ήταν ο οδηγητής· ο δημιουργός ενός καλύτερου πνευματικού μέλλοντος για την προκοπή του έθνους και μιας δικαιότερης ζωής για τον λαό.

Ζητούσε η μόρφωση του έθνους να μην είναι, όπως ήταν ως τότε αριστοκρατική, παρά να γίνει δημοκρατική με όργανο διδασκαλίας την γλώσσα του λαού, με σκοπόν όχι να στερεώνει τα προνόμια της αστικοτσιφλικάδικης ολιγαρχίας του τόπου και να βαστάει τον λαό στο σκοτάδι, παρά να τον φωτίσει και να του ανεβάσει το εκπολιτιστικό του επίπεδο.

Αλλά πώς ο Γληνός έγινε δάσκαλός μου; Στο πανεπιστήμιο είμαστε σχεδόν σύγχρονοι. Τριτοετής της φιλολογίας εκείνος, πρωτοετής εγώ. Τον πρόσεξα τότες, όταν στα 1904 η βιβλιοθήκη Μαρασλή είχε εκδόσει «Το πρόβλημα της γραφομένης νέας ελληνικής» του Κρουμπάχερ με μετάφραση κι’ ανασκευή του έργου από το Γ. Χατζηδάκη. Ο Γληνός δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του στα προπύλαια του πανεπιστημίου για την σοφή υπεράσπιση της δημοτικής από τον Βαυαρό βυζαντινολόγο και για την σοφιστική και καθαρά εριστική απάντηση του αντιδραστικού καθηγητή μας της γλωσσολογίας.

Κι’ όμως, αν και συνομήλικοι σχεδόν, τάφερε η μοίρα να γίνει αυτός δάσκαλός μου και εγώ μαθητής του.

Στο διδασκαλείο του Γληνού γινότανε, όπως είπα, η μετεκπαίδευση των λειτουργών της μέσης (ελληνοδιδασκάλων, σχολαρχών, καθηγητάδων και γυμνασιαρχών όλων των ειδικοτήτων: φιλολόγων, θεολόγων, φυσικομαθηματικών). Και στο προσαρτημένο πρότυπο γυμνάσιο οι μετεκπαιδευόμενοι παρακολουθούσανε τις διδασκαλίες των καθηγητών του γυμνασίου και στο τέλος της χρονιάς κάνανε και οι ίδιοι πρακτικές ασκήσεις εφαρμογής της παιδαγωγικής τους μάθησης.

Τότες ήμουνα σχολάρχης στα Μέγαρα κι’ είχα κληθεί κι’ εγώ με καμμιά πενηνταριά άλλους για μετεκπαίδευση. Κι’ έτσι εγώ, ο πρώην συμφοιτητής και φίλος και συνάδελφος του Γληνού, αλλά και συναγωνιστής στον αγώνα για την επιβολή της δημοτικής, γινόμουνα «πνευματικόν του τέκνον», για να γίνω αργότερα, στα 1924, συνεργάτης του στην παιδαγωγική ακαδημία, ως καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας».

Τελειώνει εδώ το πρώτο μέρος του γραφτού του Κώστα Βάρναλη με τίτλο «Ο Γληνός Δάσκαλος» – αύριο και πάλι εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», θα καταχωρήσω το δεύτερο μέρος.

Κώστας Π. Παντελόγλου