Αρχιτεκτονική κληρονομιά και Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Η γνώμη του Γιώργου Θεοτοκά – 1956)

1956. Οκτώβριος μήνας. Στην Αθήνα συνέρχεται Τακτικό Συνέδριο της Κεντρικής Ενώσεως των Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδος, από την Κυριακή 7 μέχρι και την Τετάρτη 10 του μηνός, στην Αίθουσα Τελετών του Δημαρχείου Αθηναίων. Ένα από τα θέματα του Συνεδρίου και εκείνο της εν γένει πνευματικής και κοινωνικής αποστολής των Δήμων και Κοινοτήτων και του τρόπου εκπληρώσεως αυτής.

Την Τρίτη 9 Οκτωβρίου το απόγευμα στο βήμα του Συνεδρίου ανέβηκε ο Γιώργος Θεοτοκάς, κορυφαίος πνευματικός άνθρωπος, που αναφέρθηκε στην αποστολή του Δήμου ως πρωτοκυττάρου της Δημοκρατίας και παράγοντα του Πνευματικού Πολιτισμού. Στην κατακλείδα του λόγου του προς τους συνέδρους είπε και όσα ακολουθούν για την Αρχιτεκτονική Κληρονομιά και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, που νομίζω πως μπορούν να βρουν την θέση τους και στον «Κόσμο της Ν.Φιλαδέλφειας» (*), διότι και εύστοχα θέτουν το ζήτημα στο οποίο αναφέρονται και διαρκούς επικαιρότητας είναι:

Giorgos_Theotokas

«Θέλω να προσθέσω λίγα λόγια για ένα άλλο σημαντικώτατο ζήτημα που αφορά αναντίρρητα τον πνευματικό πολιτισμό μας και που δυστυχώς η κοινωνία μας δεν το έχει ακόμα συνειδητοποιήσει πλήρως: το ζήτημα της διατηρήσεως των ιστορικών και καλλιτεχνικών μνημείων μας.

Δεν υπάρχει γωνιά της Ελλάδας που να μην είναι πλούσια σε μνημεία της αρχαιότητας, σε βυζαντινές εκκλησίες και μονές και σε διακοσμήσεις ναών (τοιχογραφίες, μωσαϊκά κλπ.), σε οικοδομές που διατηρούν αρχιτεκτονικούς ρυθμούς περασμένων εποχών, σε έργα τέχνης κάθε λογής, τέλος σε κάστρα που προσδίδουν μεγαλοπρέπεια και ευγένεια στις πόλεις και τα τοπία μας.

Δεν φαντάζομαι να υπάρχει στον κόσμο χώρα πλουσιώτερη από την δική μας σε τέτοιους θησαυρούς.

Το Κράτος, με τις αρχαιολογικές του υπηρεσίες, συντηρεί τα σπουδαιότερα μόνο μνημεία μας και πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι του είναι υλικώς αδύνατο να προφτάσει παντού.

Έτσι όλος αυτός ο ανεκτίμητος πλούτος που μας άφησε η ιστορία καταρρέει σιγά-σιγά και διαλύεται εμπρός στα μάτια μας, καθώς ξέρετε όλοι.

Μόνο οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και η επαρχιακή κοινωνία μπορούν ακόμα να σώσουν την κατάσταση, αν πεισθούν για την σημασία που έχει το θέμα αυτό για την εθνική και πνευματική ζωή μας και για την ανάπτυξη του τουρισμού επίσης.

Σε ωρισμένα μέρη της Ελλάδας οι Δήμοι κατάλαβαν πόσην ομορφιά και πόσο πνευματικό ενδιαφέρουν προσθέτουν τα παλαιά μνημεία στις πόλεις τους και στην ζωή των κατοίκων και εργάζονται αποτελεσματικά για την συντήρησή τους.

Αλλού όμως αδιαφορούν και αλλού τα πολεμούν συνειδητά και θέλουν να τα καταστρέψουν, από μιαν επιπόλαιη αντίληψη της τεχνικής προόδου.

Οι άνθρωποι που σκέφτονται έτσι θα έπρεπε να πληροφορηθούν ότι σε όλη την Ευρώπη – στην Γαλλία, την Γερμανία, την Ιταλία και στην γειτονική Γιουγκοσλαβία ακόμα – προέκυψαν από καιρό παρόμοια πολεοδομικά προβλήματα και ότι οι τεχνικοί βρήκαν λύσεις που συμβιβάζουν θαυμάσια την τεχνική και κοινωνική πρόοδο με την ιστορία και την αισθητική.

Όχι μόνο διατήρησαν τα μνημεία τους, αλλά και τα αναστήλωσαν και τα ανέδειξαν με κάθε τρόπο, τα περιτριγύρισαν με κήπους και με πλατείες, τα μετέτρεψαν σε αληθινά κοσμήματα των χωρών τους.

Όπως βρήκαν παρόμοιες λύσεις οι Δημοτικοί Άρχοντες και οι τεχνικοί όλης της Ευρώπης οφείλουν να βρουν και οι δικοί μας και θα έχουν τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων που πονούν για τον πολιτισμό μας».

Ήρθε τώρα όμως η στιγμή να σημειώσω ότι ο Γιώργος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905. Σπούδασε στην Αθήνα, το Παρίσι και το Λονδίνο. Ήταν μια άγρυπνη συνείδηση με πλούσιο και υψηλού επιπέδου συγγραφικό έργο από τα 1929 ακόμα μέχρι και του θανάτου του (1966), με μεγάλη έγνοια και αδιάκοπη την προσπάθεια για την ομαλή δημοκρατική προοδευτική πορεία του Εθνικού Οργανισμού μας, μη παραλείποντας ωστόσο τον μόχθο για την κατανόηση των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων εξελίξεων και την επ’ αυτών διαφώτιση των Συνελλήνων. Ο Γιώργος Θεοτοκάς ήταν πολυβραβευμένος για το έργο του, που εκτείνεται σε όλα τα είδη του λόγου, ενώ μέρος αυτού έχει μεταφραστεί και σε ξένες γλώσσες.

(*) Πρώτη δημοσίευση: «Επιθεώρησις της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως», Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1956, Σελ. 656.

Κώστας Π. Παντελόγλου
Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013